Να τα λέμε κι αυτά… «Έλα να σου πω για ένα δεντράκι το φθινόπωρο»

»Έλα να σου πώ… έλα και πάρε με από δώ… γίνε εσύ η αφορμή να ταξιδέψω… μη φανταστείς… δε θέλω και πολύ μακριά… βρές εσύ την πιό ασήμαντη, την πιό μικρή γωνιά της πόλης… και γώ, θ΄ ακολουθήσω…».

Πάντα έτσι ξεκινάω, χρόνια τώρα, να χαιρετάω το φθινόπωρο…και μέσα μου   να νιώθω σαν πόλη που της κλέψανε τα σύνορα…. (Η μάνα μου έλεγε πώς όταν κάποιος φιλοξενηθεί από σένα, στο σπίτι σου, μόνο στην πόρτα, όταν φεύγει, καταλαβαίνει αν ήταν καλοδεχούμενος, όχι  όταν έρχεται… τώρα γιατί, τι να σου πώ;… ίσως οι μανάδες να ‘χουν πάντα δίκιο ). ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ ΕΙΜΑΙ, ΛΕΣ.

Αλλά όπως με τους ανθρώπους που φεύγουν για να μην ξανάρθουνε ποτέ, έτσι την πατάω και με το Φθινόπωρο….δεν προλαβαίνω να του πώ όσα θα ‘θελα, όσα είχα στο μυαλό μου, παράπονα, πίκρες, χαρές, επιθυμίες… κι όταν φεύγει, πάντα λυπάμαι που δεν του τα πρόλαβα… κάποιοι, λένε, πως πρέπει να του τα ψιθυρίσεις… θα τα πάρει ο αγέρας τα λόγια σου και θα του τα πάει… ψιθυρίζοντας, ψιθυρίζοντας όμως, χρόνια τώρα, έχασε η φωνή τη δύναμη, την έντασή της και βγαίνει άρρωστη, θολή, βραχνή, αχνή, ίσα που ακούγεται… κι αλήθεια, σου λέω, κουράστηκα να ψιθυρίζω…θέλω να τα λέω στην ώρα τους, κοιτάζοντας τον »ΑΝΤΙΠΑΛΟ» στα μάτια, να νιώθω τη φωνή μου να κυματίζει, να πάλλεται, να παίρνει χρώμα, να τονίζει, να ανεβαίνει, να χαμηλώνει, ΝΑ ΜΗΝ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ, να μην την νοιάζει αν οι άλλοι δίπλα κρυφακούν….ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ ΕΙΜΑΙ,ΛΕΣ.

Μοιάζουν πάντα άρρωστοι στα μάτια των άλλων όσοι θέλουνε συναλλαγή, νταλαβέρι, κολλεγιά με τις εποχές…ειδικά με το φθινόπωρο; Μια Μαργαρίτα Γκωτιέ, η Κυρία με τας Καμελίας -γκούχ-γκούχ, ένας φθισικός, ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην Αχιλλεύς Παράσχος, ένας τρελός ποιητής, ένας καταραμένος λογοτέχνης… ΡΟΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ  ανάμεσα σ΄ ανθρώπους που τα σκούρα, μαύρα γυαλιά αντικατέστησαν το βλέμμα τους  κι έτσι απάνω στους άλλους, πέφτει μονάχα το σκοτάδι….και ήχοι κινητών αντί για φωνές… και ήχοι κλάξον αντί για μουσικές….και ήχοι σιωπής, εκκωφαντικοί, όπως όταν σκάει μία χειροβομβίδα στα χέρια σου…ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ ΕΙΜΑΙ,ΛΕΣ.

(θυμάμαι στη Σαλονίκη, εκεί στου ΤΟΤΤΗ, Αγίας Σοφίας με παραλία, τον Τάκη Κανελλόπουλο. Ερχόταν απ΄το πρωί που άνοιγε το μαγαζί, καθόταν πάντα στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια θέση, έβλεπε πάντα στην θάλασσα, καφέ και νερό και μόνος του. Ολομόναχος μέχρι την ώρα που έκλεινε. Κάτι σημείωνε  σ΄ένα μπλοκάκι. Μόνος, δεν μιλούσε με κανέναν. Έγραφε. Σιωπή. Για να τραβήξει κάποτε την προσοχή, ν΄ ασχοληθεί κάποιος  μαζί του, να του μιλήσει ένας άνθρωπος, έστω ο σερβιτόρος, με το χέρι του, έσπρωχνε σιγά-σιγά φλιτζάνι και ποτήρι, και τά ‘ριχνε στο πάτωμα… ΚΡΑΑΑΤΣ!… επιτέλους, η σιωπή, γέμιζε! »ΕΠΕΣΕ», έλεγε μονάχα. Μετά, πάλι σιωπή. Μέχρι την επομένη και πάλι το πρωί. Όποτε τον έβλεπα, θυμόμουν τις ταινίες του. Και πάντα ήθελα να του μιλήσω για την ΕΚΔΡΟΜΗ  του, την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΟΙΞΗ του. Και ποτέ δεν το έκανα. Μέχρι που έφυγε. Και κανείς δεν τον είδε να φεύγει. Γιατί όλοι εκεί μέσα φορούσαν μαύρα γυαλιά και σιωπή! ).ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ ΗΤΑΝ, ΛΕΣ.

»Έλα να σου πω… έλα και πάρε με από δώ… έλα να σου δείξω πώς ζούνε χειμωνιάτικα τα θερινά τα σινεμά… και σύ μοιράσου μαζί μου, όπως εγώ τη Γώγου, όλα αυτά που κανείς γύρω σου δε θέλει ν΄ ακούσει και σύ που δεν τολμάς για να τα πείς… πές μου για τους ανθρώπους σου που ήρθαν κι έφυγαν και έρχονται και φεύγουν και γιομίζουν τα συρτάρια σου ενθύμια και η φωνή σου κλειδωμένους αναστεναγμούς… πές μου για τα στιχάκια που κάποτε θα γράψεις…που κάποτε θα στείλεις, κάπου… πές μου για τα αμέτρητα τσιγάρα που θα καίγονται σαν θυμίαμα στο όνομα των Αγίων Απανθρώπων που αγάπησες… για όλα εκείνα που ήθελες να πείς, ν΄ ακούσεις, να ζήσεις, να νοιώσεις, να δώσεις, να πάρεις, να δανειστείς, να κλέψεις, να ονειρευτείς….για όλες εκείνες τις φορές, για όλες εκείνες τις φωτιές που άναψες στην αυλή σου κι έκαιγες ολονυχτίς κομμάτια και θρύψαλα, φωτογραφίες, γράμματα, χέρια, χείλια, μάτια, πρόσωπα κι έπαιζε κάπου εκεί κοντά το »ΒΡΕΧΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΑ ΜΟΥ »… ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ ΕΙΜΑΙ,ΛΕΣ.

Και ξέρεις κάτι; ποτέ, κανείς, δεν κατάφερε να πεί όλα που θα ΄θελε σε κάποιον πρίν φύγει…το φευγιό και το θάνατο, ποτέ μου δε μπόρεσα να τα καταλάβω. Δεν ήθελα ποτέ καμμία σχέση, καμμιά γνωριμία μαζί τους, δεν σας χρειάζομαι ρε τους φώναζα, τίποτα αυτοί…μου κόλλησαν σαν στενοί συγγενείς… θα ΄θελα κάποια στιγμή να είχα τη δύναμη, σαν ένα ξωτικό, σαν ένα τζίνι, να ταξιδεύω εκεί που πάνε κι εκεί που δεν πάνε εύκολα…να μπώ στη σκέψη όσων έμειναν αλλά δεν είναι εδώ κι όσων έφυγαν, να νοιώσω αν με θυμούνται όπως κι εγώ. Αν μ΄ αγαπάνε, αν με σκέφτονται, αν νιώθουνε την απουσία μου, αν νοιάζονται μην πεινάω, μην διψάω, μην κρυώνω δίχως τους, αν με θυμούνται και αν ρίχνουνε λίγο νεράκι στις φωτογραφίες μου….αλλά δεν είμαι ούτε ξωτικό ούτε τζίνι…είμαι ένας που ξέρει μονάχα τον εαυτό του…ούτε ΓΙΑΤΙ ήρθανε ούτε ΓΙΑΤΙ  φύγανε…ας μένανε να μάθουνε, ας μένανε να τους πω, ας μένανε να μου πούνε..ένα ξέρω..να μάθω  πώς, για να μην κρυώνω τις νύχτες, δεν πρέπει να καίω μέσα μου ένα-ένα ο,τι αγάπησα… ΠΟΣΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ ΘΕΕ ΜΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΜΟΝΑΧΑ ΔΕΝΤΡΑΚΙ!

Του Ανδρέα Ρηγόπουλου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να τα λέμε κι αυτά – «Ένα ρεβεγιόν τον χρόνο διώχνει του μνημονίου τον πόνο – αεεεραααα!»

Λοιπόν, καλά μου κορίτσια, τέρμα τα ψέματα και οι παλινωδίες (ό,τι και να σημαίνει αυτό). Ήρθε η ώρα και η στιγμή που η αναμέτρησή σας με τον καθρέφτη πρέπει νάχει ΕΝΑΝ τουλάχιστον νικητή και σίγουρα όχι τον καθρέφτη! Διότι αυτός, ο καθρέφτης, δείχνει μιά σκληρή πραγματικότητα (εσάς με το κομπινεζόν)[…]

Περισσότερα »

Να τα λέμε και αυτά… »Χαλαρά η ζωή είναι ωραία… χαλαρά »

Κεντρικός Σταθμός Ηλεκτρικού, στον Πειραιά… αποβάθρα τίγκα στον κόσμο… μεσημέρι. Κι όλοι να κοιτάζουν το ηλεκτρικό ρολόι που δείχνει  την ώρα άφιξης του συρμού. Μεγάλη αγωνία. Ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Πες, περίπου 500 άτομα, μαζεμένα… να κοιτάνε μιά τα κινητά τους, μιά το ρολόι (δίς )… οι 499. Ο 500στός κοιτάζει τον[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *