Να τα λέμε κι αυτά… “Μάνα από το κορμί ή την καρδιά σου”;

 λένε ότι όταν μία γυναίκα φέρνει στον κόσμο ένα παιδί, πρώτα – πρώτα το βάνουνε απάνω στο στήθος της, ν΄ ακούει τον χτύπο της καρδιάς της, να πάρει τη μυρωδιά, τη ζεστασιά της, να το κρατήσουν σφιχτά τα χέρια της, να μη φοβάται τους ήχους, το φώς, το κρύο, τη ζέστη τις φιγούρες των ανθρώπων που θολά ακόμη διακρίνει…

… κι αυτή, κουρασμένη από τη γέννα, κομματιασμένη από τον πόνο, ιδρωμένη, με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά από τις ωδίνες του τοκετού, με κλαμένα τα μάτια από την συγκίνηση που έφερε στον κόσμο την ίδια τη ζωή, το κρατάει απάνω της, το ζεσταίνει, το μυρίζει, το φιλάει και ξέρει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο καθαρό απ’ αυτό το πλασματάκι που με τα χεράκια σφιγμένα, τα ματάκια κλειστά, βρίσκει το δρόμο στο στήθος της να θηλάσει, οδηγούμενο από τη ζεστασιά του κορμιού της, νιώθοντας τα χέρια της σαν φωλιά, ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΦΩΛΙΑ, ήσυχο, προστατευμένο… η ίδια η ζωή.

Μία οποιαδήποτε τυχαία γυναίκα που γίνεται μάνα, που γίνεται πηγή ζωής, συνέχεια του κόσμου… πέφτουν τα βουνά και προσκυνούν τη λεχώνα μού ‘λεγε μιά γιαγιά στο Γεφυρούδι, στις Σέρρες… η ίδια η ζωή. Ιερό μου Πλάσμα, Ιερότερό μου Πλάσμα, Μάνα μου, Παναγία, Άδολη κι Αληθινή Αγάπη που ποτέ δεν κόβεις τον ομφάλιο λώρο… Μάνα Απέραντη σαν το Σύμπαν…

Πριν χρόνια, τιμής ένεκεν, μου ζήτησαν να πάρω μέρος σ’ ένα συνέδριο, στο Αμφιθέατρο του Νοσοκομείου Αγία Σοφία, στη Θεσσαλονίκη. Κόσμος πολύς, επιστήμονες, θεατές, ομιλητές, σχετικοί και άσχετοι με το αντικείμενο. »ΥΙΟΘΕΣΙΑ: ΦΑΝΕΡΑ Ή ΜΥΣΤΙΚΑ; »

Μίλησαν πολλοί. Κάποια στιγμή κι εγώ. Υποστήριξα, όπως γίνεται σε πολλές χώρες στο εξωτερικό, ότι ο υιοθετούμενος πρέπει να το ξέρει από την αρχή, ξεκάθαρα, χωρίς σκιές. Υπήρξαν διαφωνίες στην συζήτηση που ακολούθησε μετά. Οι περισσότεροι, από υπερβολική ανθρωπιά κι ευαισθησία, υποστήριζαν την άποψη ότι δεν έπρεπε το υιοθετημένο παιδί να γνωρίζει το παραμικρό, να μη μάθει ποτέ του. Είπα μόνο »ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΜΑΘΕΙ ΤΥΧΑΙΑ, ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΗΛΙΚΙΑ;».

Σηκώθηκα και έφυγα θυμωμένος γιατί όλοι υποστήριζαν ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ, ΑΛΛΑ ΌΧΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ…

– Ο ΣΙΓΜΑ όταν τον γνώρισα ήταν από τα πιο ωραία μοντέλα στον χώρο της Μόδας, στις πασαρέλες και τα περιοδικά, τους καταλόγους ρούχων… ένα παιδί πανέμορφο, πανύψηλο, πλάσμα με εκπληκτικό χαρακτήρα και συμπεριφορά. Γύρω στα 26-27 του χρόνια ήταν που ένας γείτονας του πατρικού του στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης ,του αποκάλυψε, δεν ξέρω τον λόγο, ότι δεν ήταν » ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΙΔΙ» των γονιών του. Εχασε τον κόσμο γύρω του! Μίλησε στους δικούς του. Αναγκαστικά μίλησαν κι αυτοί. Ο ΣΙΓΜΑ πήγε σ’ ένα μικρό χωριό στη Δράμα κι αναζήτησε νια συγκεκριμένη γυναίκα. Την βρήκε. Δεν της μίλησε. Την είδε μόνο. Παραμορφωμένη από την Σχιζοφρένεια! Στο πρόσωπο και στο σώμα, στη συμπεριφορά. Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ. Η Τρελή του Χωριού. Πού τη βίασε κάποιος συγχωριανός της κάποτε. Και έκανε τον ΣΙΓΜΑ. Που δεν της είπε τίποτα. Και έκλαψε. Μόνο την είδε κι έκλαψε πολύ. Μόνος του. Άφησε τις πασαρέλες, το σπίτι των » γονιών του». Νοίκιασε σ’ ένα μέρος έξω από την πόλη, σαν σε βουνό, ψηλά… έβαλε λαχανόκηπο και πήρε μαζί του κάποια σκυλιά… ΑΠΌ ΤΟΤΕ ΕΚΕΙ! Δε συναναστρέφεται κόσμο…ένας κήπος και κάποια ζώα…που δεν τα δίνει πουθενά, μόνο μαζί του. από τα 26 -27 του. ΕΚΕΙ!

– Ο ΔΕΛΤΑ, ζούσε σε μία επαρχιακή πόλη,50 χιλιόμετρα έξω από τη Σαλονίκη. Πάλι από τον » καλό γείτονα» το έμαθε… έχασε τον κόσμο γύρω του… αρρώστησε. Βαριά αρρώστησε. Στο μυαλό του, στην καρδιά του, στην ψυχή του. Στα 24 του χρόνια. Μοναχογιός, μοναχοπαίδι, ταλαντούχο πλάσμα, ταλαντούχο. Δεν ήταν μόνο η αποκάλυψη ότι ήταν υιοθετημένο παιδί. Ήταν η αποκάλυψη ότι η βιολογική του μάνα ήταν μία θεία του, αδερφή της » μαμάς » του!

Αυτό το υπέροχο πλάσμα που ο Θεός, η φύση και η μοίρες του το προίκισαν με γενναιοδωρία, εδώ και 24 χρόνια, από το 1993 περίπου, παλεύει με την τύχη του κι ακόμα να βάλει κάτω τον ΕΦΙΑΛΤΗ ΤΟΥ.

-Η πιο καλή μου φίλη, πριν φύγω από Θεσσαλονίκη, η Στέλλα. Ωραία γυναίκα. Παντρεμένη με Ιταλό, στην Κινσάσα του Ζαΐρ. Μεγάλη ζωή, χλιδή, καζίνο, οπάλια, διαμάντια… μόνη στην Ελλάδα με 2 μικρά παιδιά. Κινδύνευαν εκεί από τους μαύρους επαναστάτες. Έφυγαν όλες οι λευκές γυναίκες. Μείνανε πίσω, στην περιουσία, οι άντρες τους. Μοναχοκόρη, μοναχοπαίδι. Φτωχοί γονείς, ο Σίμος και η Ελισσώ. Προκομμένοι και φιλόξενοι άνθρωποι. Με συμπάθησαν και με ήθελαν σύντροφο της κόρης τους κι όχι φίλο της. Χρόνια καλά. Έφυγε πρώτη η Ελισσώ. Μετά ο άντρας της Στέλλας. Κοντά-κοντά. Μετά ο πατέρας της. Κι οι τρείς σ’ ένα χρόνο μέσα… ρήμαξε το φιλαράκι μου… και ποιόν να πρωτοκλάψει;

Μία θεία της, αδερφή του πατέρα της τής είπε, από τηλεφώνου μάλιστα, ότι δεν ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ του Σίμου και της Ελισσώς. Εγώ ήμουν τότε Αθήνα. Με πήρε τηλέφωνο ουρλιάζοντας » ΓΙΑΤΙ ΕΦΥΓΑΝ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΗΣΑΝ ΟΡΦΑΝΗ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ»!…. από τότε μιλάμε μία φορά τον χρόνο μ΄ ένα μήνυμα στη γιορτή της που το στέλνω εγώ. Μία και μόνη φορά.

– Ο ΑΛΦΑ ήταν και είναι στο χώρο της Τέχνης και των ΜΜΕ. Ας πούμε » φίρμα». Πολύ καλός στη δουλειά του. Μεγάλωσε σαν πρίγκιπας από τους γονιούς του. Απλοί άνθρωποι. Μοναχογιός, ο μικρότερος με πολλές αδελφές κι ανίψια… μεγάλη οικογένεια… δεμένη… όλοι και όλα να γυρνάνε γύρω από την μάνα και τον »ανοιχτοχέρη» πατέρα που στις τσέπες του είχε μόνο 500άρικα και 1.000άρικα, μικρότερα χαρτονομίσματα δεν καταδέχονταν να κουβαλάει…φούσκωναν οι τσέπες.. πολύ ΛΕΦΤΑ αισθήματα!

Ο ΑΛΦΑ μου συζήταγε ένα περίεργο συναίσθημα που είχε ζώντας μέσα στην οικογένεια…την οικογένειά ΤΟΥ ότι δηλαδή δεν τον αγαπούσε κανείς πραγματικά, δεν το εισέπραττε, δεν το ένιωθε, καμία ψυχική επαφή, συγγενική ενώ έβλεπε άλλες οικογένειες πόσο δεμένες ήσαν, πόσο νοιάζονταν μεταξύ τους τα αδέρφια… ήταν πάντα σαν να είχε ξένους ανθρώπους απεναντί του. Στ’ αλήθεια θυσία οι γονείς, λατρεία γι αυτόν, αδυναμία, το »ΠΑΙΔΙ» έλεγαν, ο μικρότερος. Γιατί δεν έμοιαζε στον πατέρα του; Ξανθός και γαλανά μάτια ο μπαμπάς, κοντούλης, μαγκάκι από τα λίγα… έμοιασες στο σόι της μάνας σου του έλεγαν. ΠΩΣ γίνεται ρε φίλε τον ρωτούσα; » ρε σύ, δε νιώθω την αγάπη τους» μού ‘λεγε… νιώθω σαν ξένος…η μάνα μου με λατρεύει…δε μ’ αγκαλιάζει όμως, δεν με φιλάει, δεν μού εύχεται στη γιορτή μου, στα γενέθλια μου μ’ ένα φιλί….εγώ την αγκαλιάζω και την φιλάω…νιώθω σαν ξένος…..καμία επαφή, καμία ομοιότητα…ρε συ, δεν έχουν έρθει ποτέ στο σχολείο μου να πάρουν τον έλεγχό μου, να ρωτήσουν πως πάω, να με διαβάσουν, να ασχοληθούν….καμία ομοιότητα. Η μανά του, δεν θυμόταν την ημέρα, την ώρα που τον γέννησε, την κλινική…..η ταυτότητά του έλεγε ότι ήταν 5 χρόνια μεγαλύτερος από ότι ήταν…ζήταγε από τον πατέρα να βρούνε μάρτυρες, να γίνει ένα δικαστήριο να διορθωθεί η ηλικία του κι ο πατέρας έλεγε »ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΑΝΤΡΑΣ,ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ…».

Πριν » φύγει» ο πατέρας του είπε » ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ, ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ». Δεν του είπε τι έγκλημα ήταν αυτό κι αυτός δεν κατάλαβε.

Μία από τις αδερφές του τις μεγάλες, εντελώς τυχαία και σε ανύποπτο χρόνο του είπε την ΑΛΗΘΕΙΑ και »… κάποτε ήσουν άρρωστος πολύ… θα πέθαινες… κι η μάνα προσευχήθηκε στον Άγιο Άλφα και του ζήτησε να πάρει ένα από τα κορίτσια της, ΟΧΙ ΕΣΕΝΑ… σ’ αγαπούσε απίστευτα, του είπε.

Έζησε λοιπόν ο ΑΛΦΑ. Εφυγε ο πατέρας… στάθηκε στη μάνα ΤΟΥ με λατρεία και αγάπη μέχρι που της έκλεισε τα μάτια. ΚΑΙ ΤΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΣΤ ΑΛΗΘΕΙΑ! ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΔΩΣΑΝ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥΣ,ΜΟΝΟ Σ΄ΑΥΤΟΝ!

Δεν έψαξε ο φίλος μου ο ΑΛΦΑ να βρεί καμιά αλήθεια άλλη… δεν ήθελε..είχε και μάνα και πατέρα. ΡΙΖΕΣ ΜΟΝΟ ΔΕΝ ΕΙΧΕ! Έφυγε από κει που ζούσε…και ζούσε καλά….τ’ άλλαξε όλα, τα γκρέμισε, από το μηδέν ξεκίνησε πάλι, απ’ την αρχή… χωρίς ρίζες, χωρίς κλαριά σαν ένα δέντρο στην ψηλή κορφή που λες και φύτρωσε από τύχη για να ‘ναι εκεί ψηλά και να το βαράνε οι αέρηδες…κι αυτό να μη λυγάει. ΧΩΡΙΣ ΡΙΖΕΣ!

Ποιανού είμαι; ποιός με φύτεψε; ποιός με έδωσε; με έψαξαν; γιατί δεν έμαθα ότι με ψάχνουν; πώς να ‘ναι ο πατέρας μου;

Του μοιάζω; έχω αδέρφια; παππού; γιαγιά; πως είναι τα ονόματά τους; περνάνε καλά ;τι δουλειά έχει ο πατέρας μου; συνάντησα ποτέ κάποιον απ’ αυτούς; έσμιξα ποτέ μαζί τους έστω τυχαία; μοιάζουμε; με θυμούνται; τους λείπω; έχουν μία φωτογραφία μου; Κράτησαν ένα ρουχαλάκι; ένα παιχνίδι μου; ήμουν όμορφο μωρό; έκλαιγα πολύ; πώς τη λένε τη μάνα μου; μυρίζει ωραία σαν μάνα; ΕΛΕΟΣ!

Μετά την καταιγίδα, θυμόταν μόνο ότι επέστρεψε σε δύο ανθρώπους λίγα από όσα πολλά του έδωσαν….κι ένιωσε καλά…και συνέχισε να μην έχει ρίζες. Μόνο μια μεγάλη φωτογραφία εκεί που κοιμάται, της μάνας, να την κοιτάει ευθεία στα μάτια και να την ρωτάει: »ΜΑΝΑ ΑΠΌ ΤΟ ΚΟΡΜΙ Η ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ; ».

Από την καρδιά της αγόρι μου που πετάει ρίζες και φτιάχνει δάσος ολάκερο κι αν θες, εκεί μέσα κρύψου… από την καρδιά της μάνας. ΜΑΝΑ ΜΟΥ! Έτσι πες την. Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε, ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας…

ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να τα λέμε κι αυτά… «Φουσκοθαλασσιές»

– «μανάβηηηη….! καλέ μανάβηηη…! » -» άμα σ΄ ανάβει κυρά μου, φώναξε την Περοσβεστική…! » Όλοι μαζί παιδιά, Χορωδία Τρικάλων υπό τη διέφτυνσις του εξαιρετικού μαέστρου Φώτη Ταλαίπωρου: …θά ΄ναι σα να μπαίνει η Ανοιξις (δίς)θα ΄ναι ουρανού κατάνυξης …θά ΄ναι σα να μπαίνει η Ανοιξις, στα ξαφνικάααααα…! Ετσι. Δυνατά.[…]

Περισσότερα »

Να τα λέμε κι αυτά… “Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα ΄μαι κι εγώ”

Πριν κάνω την ευαίσθητη και λογοφιλοτεχνημένη μου εισαγωγή, οφείλω ως καλός ρουφιάνος να καταγγείλω ενώπιον του Ελληνικού Λαού – π ε λ ά α α τ ε ε ε ςμ ο υ ! – ότι ο εκλεκτός κατά τα άλλα -ποιά άλλα καλέ; δεν έχει και τίποτα- συνάδελφος Θοδωρής- μα[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *