Πειραϊκές Ιστορίες: Κάτω στα Λεμονάδικα

Του Στέφανου Μίλεση

Η γνωστή παραθαλάσσια οπωραγορά του Πειραιά, που καταλάμβανε μέρος της Ακτής Τζελέπη (Πλατεία Καραϊσκάκη) κατά μήκος της παραλίας, έως λίγο πριν από τον Ηλεκτρικό Σταθμό του ΗΣΑΠ.

Εκεί, από την εποχή ακόμα που οι οδικές μεταφορές ήταν ανύπαρκτες λόγω έλλειψης οδικού δικτύου και χερσαίων μεταφορικών μέσων, κατέφθαναν καΐκια από όλα τα μέρη φορτωμένα φρούτα και λαχανικά. Από όλα αυτά όμως, εκείνο που κυριαρχούσε χωρίς καν να το βλέπεις αλλά από τη μυρωδιά του και μόνο, ήταν το λεμόνι! Έτσι επικράτησε να λέγεται όλη η οπωραγορά «Λεμονάδικα» παρόλο που τα καΐκια μετέφεραν κάθε είδος φρούτων και λαχανικών και όχι μόνο λεμόνια, γεγονός από το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί «φρουτάδικα». Αυτό βέβαια δεν συνέβη μόνο στον Πειραιά αλλά και σε άλλα μέρη όπως στη Θεσσαλονίκη.

 Από την πλευρά του παραλιακού δρόμου, πλήθος αμαξών συγκεντρώνονταν για την μεταφορά των φορτίων που ξεφόρτωναν τα καΐκια. Στο ίδιο σημείο συγκεντρώνονταν έμποροι, μεταπράτες, λογιστές, αγοραστές και πωλητές, όπως συνέβαινε και στα Καρβουνιάρικα, έστω κι αν το εμπορεύσιμο είδος εδώ ήταν διαφορετικό. Μαζί με τους άμεσα ενδιαφερόμενους του πλωτού εμπορίου των φρούτων και των λαχανικών, μαζεύονταν και μικροέμποροι για να πωλήσουν την πραμάτεια τους. Σαλέπι, μπουγάτσες, κουλούρια, λαχεία, τσιγάρα, χάνδρες και κομπολόγια είχαν την τιμητική τους. Και φυσικά τέτοια ευκαιρία δεν θα μπορούσε να χαθεί για τους μικροαπατεώνες που ευελπιστούσαν να αρπάξουν πάνω στον συνωστισμό κάποιο πορτοφόλι ή να εκμεταλλευτούν με κάποια μικροαπατεωνιά που είχαν εκ των προτέρων σκαρφιστεί να εφαρμόσουν την κατάλληλη περίσταση. Πρόχειρα θύματα οι αγαθοί τύποι, οι οικογενειάρχες και οι ανύποπτοι περίεργοι που συχνά κατέβαιναν εκεί για να αγοράσουν φθηνότερα φρούτα από ότι στη γειτονιά τους. Γέμιζε ο τόπος από φασαρία και φωνές πότε για να ακουστούν οι τιμές των προϊόντων, πότε για να κλείσει κάποια συμφωνία κι άλλοτε φωνές που καλούσαν σε βοήθεια, καθώς κάποιοι συνειδητοποιούσαν πότε ότι τους είχαν «γδύσει» και πότε ότι τους είχαν «ξυρίσει». Οι συμπλοκές και οι διαφωνίες ήταν μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα.

Νύχτα ακόμη, πριν οι ακτίνες του ήλιου φωτίσουν την πολιτεία, τα καΐκια βαρυφορτωμένα κατέφθαναν καθώς όλη η διαδικασία έπρεπε να γίνει πολύ γρήγορα ώστε να διοχετευθούν εγκαίρως τα προϊόντα στην αγορά. Στην προβλήτα ανάμεναν οι εργάτες του λιμανιού (φορτοεκφορτωτές) να ξεφορτώσουν τα σακιά και τα καλάθια μέσα σε καροτσάκια χειρομεταφοράς. Με αυτά τα χειροκίνητα καρότσια τα πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κάτω όπου τα ξεφόρτωναν στα υπόστεγα των εμπόρων.

Και όσο πιο δυνατοί ήταν οι τσακωμοί, τόσο πιο πολύ χαίρονταν οι μικροαπατεώνες, καθώς εύκολα μπορούσαν να κάνουν την κατεργαριά τους. Στην αναμπουμπούλα χαίρεται ο λύκος! Μετά το καπάρο από τον αγοραστή στο υπόστεγο του εμπόρου, έρχονταν ο ζυγιστής με το καντάρι και ζύγιζε τα σακκιά. Το μέτρημα τότε γίνονταν φυσικά σε οκάδες. Το ζύγι καταγράφονταν και ακολουθούσε η φόρτωση των ζυγισμένων προϊόντων από τα υπόστεγα προς τα μεταφορικά μέσα, που σε λίγο θα έπαιρναν τον δρόμο για τα μαγαζιά ή τις αγορές.

Τα Λεμονάδικα έγιναν πλέον γνωστά από το γνωστό τραγούδι του Παπάζογλου. Άλλοι γνωστοί ερμηνευτές του υπήρξαν οι Εσκενάζυ, Περπινιάδης, Ρούκουνας, Μπέλλου κι ο Ζαγοραίος, χωρίς να αποκλείσουμε βέβαια και τόσους άλλους που το έχουν ερμηνεύσει.

Κάτω στα Λεμονάδικα

Έγινε φασαρία,

Δυό Λαχανάδες πιάσανε

Που κάναν την κυρία!..

Οι πορτοφολάδες (Λαχανάδες) δούλευαν πάντα δύο. Ο ένας έπαιρνε τα λεφτά (λάχανα) ή τα πορτοφόλια (παντόφλες). Και πραγματικά τα προπολεμικά χαρτονομίσματα ήταν τεράστια σε μέγεθος πράσινου σκούρου χρώματος που θύμιζαν λάχανα. Είτε τα λάχανα, είτε οι παντόφλες, γίνονταν στα γρήγορα πάσα στο συνεργό, ώστε ο δράστης εάν είχε γίνει ορατός από κάποιον, να μην πιανόταν με τα χρήματα πάνω του. Ο συνεργός τα εξαφάνιζε σε κρυψώνες που από πριν είχε σταμπάρει. Για τους σεσημασμένους βεβαίως (αυτούς δηλαδή που είχαν συλληφθεί πολλές φορές στο παρελθόν και είχαν μητρώο), η μη εύρεση πάνω τους του πορτοφολιού ή των χρημάτων δεν αποτελούσε αιτία απαλλαγής, καθώς μια και μόνο προφορική μαρτυρία κατηγορίας, ήταν αρκετή να τους στείλει μέσα! Η καλή απόκρυψη του πορτοφολιού, η μη εύρεσή του από την Αστυνομία, είχε να κάνει μόνο με την υπόληψη του δράστη, ως μάγκα λαχανά, αφού μετά την αποφυλάκισή του, θα μπορούσε να εμφανισθεί ξανά στα Λεμονάδικα με το κεφάλι ψηλά, λέγοντας ότι η Αστυνομία δεν κατάφερε να βρει δικό του κλεμμένο. Οι πορτοφολάδες των λεμονάδικων, δεν έβλεπαν την κλοπή ως πράξη παράνομη για την οποία έπρεπε να δικαιολογηθούν, αλλά ως εργασία που έπρεπε να γίνει, γεγονός που σημειώνουν και οι παρακάτω στίχοι του τραγουδιού που λένε:

Κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις

Πως η δουλειά μας είναι αυτή

Και ρέφα μη γυρεύεις

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1934, αλλά ο δημιουργός του ο Παπάζογλου, ζούσε αυτές τις εμπειρίες από την καταστροφή του ’22 και μετά που κατέφθασε πάμπτωχος στον Πειραιά. Ο ίδιος τραγουδούσε στα Λεμονάδικα με ανταμοιβή το φιλοδώρημα των περαστικών, που πετούσαν χρήματα σε δίσκο που είχε μπροστά του.

Οι κλοπές πορτοφολιών δεν ήταν οι μοναδικές παρανομίες των λεμονάδικων, αλλά οτιδήποτε θα μπορούσε να σκαρφιστεί ο ανθρώπινος νους. Τα μαγαζιά όλης της παραλιακής ζώνης του λιμανιού, υπέφεραν από την δράση των ανθρώπων αυτών, που μετά την πράξη τους κατέφευγαν συνήθως με βάρκες στην Ηετειώνεια Ακτή. Αναγγελίες στις εφημερίδες όπως «Θρασύτατη κλοπή» ή «άγρια συμπλοκή» στον Πειραιά, παρέπεμπε συνήθως στα λεμονάδικα.  Το 1928 οι απάτες έλαβαν τεράστιες διαστάσεις καθώς κυκλοφόρησε είδηση ότι ο Δάγκειος πυρετός που έπληττε τότε τον πειραϊκό πληθυσμό θα θεραπευόταν με τη χρήση γάλακτος με λεμόνι. Η πλούσια φαντασία, τα σενάρια των δραστών με τα οποία πετύχαιναν την εξαπάτηση των θυμάτων, οι ποικιλία των μεθόδων που χρησιμοποιούσαν τα ίδια άτομα, δημιούργησαν δεκάδες ιστορίες γύρω από αυτά τα «παιδιά της πιάτσας».

*Προέδρου Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πειραϊκές Ιστορίες: Στο Κοσμοπολίτικο Τουρκολίμανο

του Στέφανου Μίλεση… Το Τουρκολίμανο, έτσι ονομαζόταν την εποχή που περιγράφουμε, χρόνια πριν την μετονομασία του σε Μικρολίμανο, είχε αποκτήσει φήμη από τo άρωμα γραφικότητας που προσέφερε. Μεγάλες προσωπικότητες από την δεκαετία του ’30 ακόμη, όταν αναφέρονταν στην επίσκεψή τους στην Ελλάδα, ανάμεσα στα άλλα μιλούσαν και για ένα μέρος που[…]

Περισσότερα »

Η Καστέλλα με τα μάτια της Πηνελόπης Δέλτα

του Στέφανου Μίλεση… Το καλοκαίρι του 1879, τα παιδιά της οικογένειας Μπενάκη, η Πηνελόπη, ο Αντώνης (ο Τρελαντώνης), ο Αλέξανδρος, η Αλεξάνδρα και η Αργίνη, που ζουν μόνιμα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, φιλοξενούνται για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Καστέλλα του Πειραιά από τους Θείους τους. Η διήγηση γίνεται από την Πηνελόπη Μπενάκη (μετέπειτα Δέλτα),[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *