Να τα λέμε κι αυτά – «Το παιχνίδι του χειμώνα και της ψυχής μ’ ένα μικρό νανάι»

(Το νανάι είναι ένα μικρό γαλάζιο, στενόμακρο, μαξιλαράκι, καμωμένο απο σατέν ύφασμα, παραγεμισμένο με πολύ βαμβάκι, φτιαγμένο κατά παραγγελία μου στην τρυφερή ηλικία των 3 ή 4 ή 5 ετών. Το πώς ΔΕΝ λέρωνε ποτέ, δεν το κατάλαβα. Το κρατούσα τόσο σφιχτά στα χέρια μου που δεν μου τό ΄παιρνες μήτε στον ύπνο).

Εκεί, γαντζωμένο, πάνω μου, κομμάτι μου, προέκταση των χεριών μου. Να με κάνει μπάνιο η μάνα και το ένα χέρι μου απλωμένο, να κρατάει το νανάι μη βραχεί. Γαλάζιο. Από σατέν ύφασμα. Μαλακό, τρυφερό, με μιά δροσιά στο άγγιγμα, σαν το στήθος της μάνας όταν θηλάζει το παιδί της. Καθαρό. Και να μυρίζει βανίλια. Αλλα παιδιά είχαν μιά κούκλα, ένα αρκουδάκι… εγώ είχα στο χέρι το νανάι μου…του μιλούσα, το άκουγα, μου μίλαγε, συνωμοτούσαμε κάτω από τα σκεπάσματα, ψιθυρίζαμε, κα νονίζαμε τη δράση μας απέναντι σε όλους και σε όλα…δεν μαλώσαμε ποτέ.

Ο,τι τούλεγα, το κρατούσε μυστικό και γω το κράταγα πάντα σφιχτά…συμμαχία! Μέχρι που μιά μέρα το νανάι έφυγε… πήγε μού πε η μάνα στον Παράδεισο των Νανάι… (δεν πίστεψα ποτέ μου οτι υπάρχει ο παράδεισος των νανάι… ψέμματα μου είπε η μάνα)… είχε ξηλώσει στις άκρες… φαινότανε λίγο το από μέσα του…είχε λερωθεί και λιγάκι…ε,κρίμα ήτανε…θα μούφτιαχνε, είπε, άλλο…αλλά είχα λίγο μεγαλώσει. …τι  θάλεγε συνέχεια ο κόσμος άμα μ΄ έβλεπε μ΄ ένα νανάι στο χέρι;.. θα γελούσανε που χρειαζόμουνα το νανάι μου… που το άλλο του όνομα; ήταν » μαξιλαράκι» … δεν τόξερα;.. οχι, δεν τόξερα… αφού άκουγα την καρδούλα του άμα τόβαζα πάνω στ΄αυτί μου…

 ΚΑΙ ΤΩΡΑ;ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ ΧΩΡΙΣ ΤΟ  ΜΑΞΙΛΑΡ… το νανάι μου;.. είχα μεγαλώσει κιόλας…σκέφτηκα να κάνω νανάι μου τα στήθη των ανθρώπων…και ακούμπαγα απάνω τους…δ εν άκουγα τίποτα… κανένα δεν μου μιλούσε… μόνο μιά φορά ένα στόμα μού είπε »

ΑΚΟΥΜΠΑ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ ΝΑ ΞΕΚΟΥΡΑΣΕΙΣ ΤΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ»… μόνο μία φορά…κι ακούμπησα…και μετά,μου το πήρανε…όπως το νανάι μου…και δεν ξανακουμπησα… και μεγάλωσα χωρίς ποτέ ξανά να βάνω ούτε μαξιλάρι στο ύπνο μου…να μην ακούω τίποτα… και δεν ξανάκουσα τίποτα… τώρα, όταν ξαπλώνω, κουκουλώνομαι ίσα με τ΄αυτιά, μαζεύω τα πόδια, στο πλάι…κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι ότι το μικρό γαλάζιο σατέν νανάι μου μου μιλάει και μου λέει ““ ΑΚΟΥΜΠΑ ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΝΑ ΞΕΚΟΥΡΑΣΕΙΣ ΤΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ»…κι εγώ ν ακουμπάω..κι αυτό, να μυρίζει βανίλια…!

…ν΄ακούγεται απο μακριά μιά φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μιά γλάστρα στο μπαλκόνι

αχνά μές στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά κι ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι

ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ΄τα Κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους,να κάθεσαι στο καφενείο της παραλίας

πίσω απ΄τα τζάμια να ρουφάς αργά,πολύ αργά τον τούρκικο

και να καπνίζεις ένα,δύο,τρία τσιγάρα με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη

κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιό βαθιά τη θάλασσα

ν΄ ακούγεται από μακριά μιά φυσαρμόνικα, χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φώς

να ονειρεύεσαι ταξίδια…

… ΚΑΙ ΤΙ ΖΗΤΑΩ,ΤΙ ΖΗΤΑΩ,ΜΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΝΑ ΠΑΩ…» λέει το γνωστό τραγούδι. Ευχή που ήδη έχει πραγματοποιηθεί…μα είμαστε ήδη στον Παράδεισο! Είναι αυτή η πόλη;Υπερβολή; Ισως. Δεν βλάπτει όμως κανέναν, Ναί;

Παράδεισος η Νύμφη; Και σε όλες της τις εποχές. Γιατί σ΄αυτόν τον παράδεισο υπάρχουν πεντακάθαρες ΚΑΙ όλες οι εποχές. Ανοιξη-Καλοκαίρι-Φθινόπωρο-Χειμώνας…έτσι,σαν κολλεξιόν. Με τα μοντέλα να ΄χουνε πάντα κάτι να γεμίζουνε τις ώρες της μέρας…το πρόβλημα ανακύπτει σαν έρχεται η νύχτα..η νύχτα του χειμώνα, μέσα κι έξω.

»Και τώρα; που πάμε;τι κάνουμε τα έρημα τα βράδυα; μήπως άκουσες για καμμιά καλή εκδήλωση; ποιό σινεμά παίζει καμμιά καλή ταινία; πάλι μέσα θα κάτσουμε; πάλι θα δούμε τηλεόραση; πάλι θα μπούμε στο ίντερνετ; που να τρέχεις τώρα; βαριέμαι, δώσμου το κοντρόλ

Παρακαλώ πολύ-που έλεγε κι η Λίλλυ στο ΛΑΒ ΣΟΡΡΥ με τον Σάκη τον Υδραυλικό-κάτω τα χέρια…απόψε είστε προσκεκλημένοι μου σ΄ένα άλλο θέαμα…παραφράζοντας το έργο του Ιονέσκο, το δικό μας έργο λέγεται » ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ». Πολυθέαμα μοναδικό. Αρχίζει απο την ώρα που σκοτεινιάζει στην πόλη και τελειώνει με το φώς του πρωινού. ΣΤΟ ΑΠΑΝΑΜΕΣΑ, ΧΩΡΑΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ.

Ενδυμασία σπόρ. Ενα μπουφάν με τσέπες βαθιές, ένας σκούφος που μοιράζεται αν χρειαστεί, ένα κασκολάκι, παντελόνι φόρμας, φαρδύ, φανέλλα, παπούτσι αθλητικό, γάντια προαιρετικά, μερικά ψιλά και διάθεση παιδιού!

Το παιχνίδι παίζεται με δύο, ιδανική διανομή, τρείς (γι αυτό που λέμε » φωναχτός χαβαλές»),μεγαλύτερος αριθμός αποκλείεται κι ακόμα καλύτερα με έναν. Σκοπός, η επίθεση. Ακούγεται υπερβολικό αλλά σκέψου οτι κι αυτό, ένας μικρός πόλεμος είναι. Στόχος; Εδώ, βάζεις κάτι δικό σου. Πρέπει να διασχίσουμε τις » γραμμές» του εχθρού.Κι είναι άγνωστο το μέγεθος της » πολεμικής ζώνης». Οχι άγνωστο. Ξεχασμένο. Μόνο που εδώ δεν κινδυνεύουμε αν κάποιος απο τους εχθρούς μας πάρει χαμπάρι. Ισα-ίσα που μπορεί να αυτομολήσει στο δικό μας στρατόπε3δο.Κι αυτό, ΔΕΝ τιμωρείται .Ασε που μπορεί να ΚΕΡΑΣΕΙ και κάτι!

Δύσκολη η απόφαση. Οι επιλογές μονάχα δύο. Η παίρνεις τηλέφωνο σε πρόσωπο αγαπημένο που διαθέτει όχημα μακρινών αποστάσεων (ίσως ακόμα και μόνο ποδήλατο) και λές » ΕΛΑ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΠΑΣ…» ή τα χέρια στις τσέπες και …φύγαμε! (επιτρέπεται το σφύριγμα της μελωδίας του » ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΦΤΩΧΟΣ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΥ » ).Προσπαθώντας να είμαστε πάντα μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού, αποφεύγουμε επιμελώς την χρήση ταξί, ιδιόκτητου Ι.Χ, μοτοσυκλέτας. Επιτρέπεται η χρήσις λεωφορείου-για κοινωνικούς λόγους-όπως επίσης για την κατόπτευση του πεδίου ή τελικά οχήματος ΔΥΟ (2) ΠΟΔΙΏΝ! (Και το παπούτσι αθλητικό, μην ξεχνιόμαστε! ).

  1. Και…κατευθείαν στην Πλατεία Αριστοτέλους.Αγνοούμε παντελώς το φρικτό άγαλμα του Αριστοτέλη και κοιτάμε μπροστά.Μόνο μπροστά.Πουθενά αλλού δεν έχει τέτοιον ορίζοντα.Προαιρετική η αγορά ψητού καλαμποκιού.κάστανων και κόκκινου μπαλονιού. ΑΚΙΝΗΤΟΙ! ΤΩΡΑ, ΒΛΕΠΟΥΜΕ! ΓΙΑ ΩΡΑ.ΠΟΛΥ.
  2. Τώρα …περπατάμε. Αριστερά στο νυφοπάζαρο και φύγαμε. Αγνοούμε τις πολυπρόσωπες καφετέριες…ατέλειωτη αυτή η παραλία…προς τον Λευκό Πύργο…και άκρη-άκρη, να ‘ρχεται και καμμιά σταγόνα θαλασσόνερο…τσιγάρο ή σπόρια προαιρετικά…ολιγόλεπτη ανάπαυση στο παγκάκι…είναι υγρό. ΄Η κρύο;..σκιές μακρινές…κάποια μπορεί να ‘ ρχεται για μάς…ταραχή. Οχι, φεύγει…σχεδόν ομίχλη…τα φώτα των πλοίων στη θάλασσα…ράμπες χρωματιστές…τέλεια αίσθηση, ηρεμία…να φύγουμε τώρα!
  3. Ο τροχός του Λούνα-Πάρκ…καιρό έχουμε να τον δούμε από κοντά(υπάρχει ακόμα;)…συγκρουόμενα, κούνιες, μαλλί της γριάς, γλυφιτζούρια μεγάλα και κόκκινα, σχεδόν διαφανή και κοκκινίζει η γλώσσα σου…κι ανέβαινες στον Τροχό κι ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι…και πώς να φωνάξεις από το φόβο σου;..ρεζίλι θα γινόσουνα…σώπα καλύτερα…» ΑΧ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ,ΤΙ ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝΑ..»..ναί, έτσι είναι!
  4. Κάπου εδώ κοντά τα θερινά τα σινεμά…πόσο μόνα μοιάζουν χειμωνιάτικα…κι η οθόνη θέλει φτιάξιμο…σκίσιμο είναι εκείνο κεί; »ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ » δε λέγανε εκείνη την ταινία με την Λώρεν και τον Μπάρτον;…θά ΄ρθω το καλοκαίρι..το υπόσχομαι…σίγουρα είμαστε μόνοι;…σαν κάτι να είδα…πάμε καλύτερα.
  5. Τι ωραία που φαίνονται από δώ τα φώτα της Πάνω Πόλης…να, κάπου εκεί πρέπει να ‘ναι η ταβέρνα της Δόμνας…ο πλάτανος με τη βρύση…θυμάσαι τότε που δεν ανέβαινε το ταξί;…τη φτιάξανε…πολύ ωραία σπίτια…με ξύλινα παράθυρα, κόγχες-καντήλια, τζάκι, κεραμίδια…τι όμορφο πού ‘ναι ένα σπίτι με κεραμίδια…και κεί, ψηλά, το δάσος…ωραία που είναι από ψηλά!
  6. Πώς θα ‘θελα τώρα να ‘μουνα μπροστά σ΄ένα τζάκι…με το πρόσωπο…δυνατή φωτιά…να τρίζει και να μοσχοβολάει…μιά μεγάλη άσπρη βελέντζα…απλωμένη..έτσι, ξάπλα…μουσική…το I FEEL GOOD της Νίνα Σιμόνε…και δυό ποτήρια κονιάκ…από κείνα τα μεγάλα…του σινεμά…και…να βρέχει!
  7. Τί όμορφοι που είναι οι δρόμοι της πόλης τη νύχτα!…σαν πανηγύρι είναι…κοίτα τα φώτα…καιρό έχω να δώ τους δρόμους άδειους…που πήγαν όλοι;…θα πιάσω κουβέντα με τις κούκλες στη βιτρίνα…δε θέλω ν΄αγοράσω τίποτα…μονάχα να τους μιλήσω…» ΓΕΙΑ ΣΟΥ,ΩΡΑΙΑ ΡΟΥΧΑ ΦΟΡΑΣ,ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ »!
  8. Πόσο καιρό έχω να πώ σε κάποιον » ΕΛΑ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΠΑΣ…; »…να ένα αδέσποτο…μούτσ-μούτς…έλα δώ ρε αλήτη…βιτρίνες κοιτάς κι εσύ;…έλα,μη φεύγεις…έφυγε…να θυμηθώ ν΄αγοράσω βιβλία…πολλά βιβλία…έχω πολύ καιρό ν΄αγοράσω βιβλία!
  9. Αριστερά,τα Λαδάδικα…κοίτα κόσμος…δεξιά η Δωδεκανήσου…πολλοί αλλοδαποί…απο δώ…στο Βαρδάρι…πείνασα…μπροστά, λέει,στο Σταθμό, έχει πάντα ζεστά κουλούρια…που θα τραγουδάει φέτος η Μαριώ; (πάντα,όταν με βλέπει μπροστά της, σταματάει το πρόγραμμα και μου τραγουδάει το «ΤΟΞΕΡΑ» του Γιώργου του Ζήκα…και η Βιτάλη μούχε πεί στον ΔΙΟΓΕΝΗ  το ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ ,κι ο Μελάς το »ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ»,η Γκρέυ, ο Ρίζος, ο Καρράς, ο Λιδάκης…φανάρια στα σκοτάδια της ψυχής μου τα τραγούδια τους…η Δήμου, η Πίτσα,ο Κωνσταντίνος…).Θα πάω ξανά. Πάλι σκοτάδια έχω μέσα μου!
  1. Ο Αλέξανδρος,η Κατερίνα-πάει αυτή, έφυγε!-ο Χάρης, η Γεωργία…καιρό έχουμε να μαζεφτούμε με τα παιδιά..κρασί κατακόκκινο…μακαρονάδα…επιτραπέζια…μπουκάλα..κιθάρα…τραγούδι…ποιός θα κοιμόταν;..κατευθείαν στη δουλειά…ωραία, να το κάνουμε πάλι…αύριο ίσως!
  2. Πως είναι εκείνο το τραγούδι του Παπάζογλου » ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑΜΑΣΤΕ ΟΥΤΕ ΦΙΛΟΙ ΟΥΤΕ ΕΧΘΡΟΙ,ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΑΜΑΙ,ΚΙ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΩ ΤΟ ΠΡΩΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΚΕΙ,ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΜΑΙ »…έχω χρόνια να δώσω ραντεβού στην Καμάρα…στη ΧΑΝΘ…στο Λευκό Πύργο…πάμε Ναυαρίνου;
  3. θα το ξανακάνω αυτό…και λουκουμάδες από του ΓΙΑΝΝΗ, στην πλατεία…ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα…αύριο…ναί, αύριο..ποιός έγραψε εκείνο που μ΄άρεσε; » ΠΟΙΟΣς ΑΦΗΣΕ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ Η ΒΡΟΧΗ; ΚΑΝΕΙΣ,ΨΥΧΗ ΜΟΥ,Η ΙΔΙΑ Η ΖΩΗ.ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ; ΤΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΟΛΗ ΚΙ ΟΛΗ! »…ΝΑΙ,ΑΎΡΙΟ!

πόσοι και πόσοι αγάπησαν και χάθηκαν σ΄ αυτή την πόλη

  κι άφησαν ένα φώς παράξενο, σαν απο τα μάτια τους θαμπό, σε ρημαγμένες πέτρες

 παιδιά της προσφυγιάς στα καλντερίμια της, με τον απέραντο καημό της μνήμης,

 στους λόφους και τις φτωχογειτονιές, γύρω απ΄ τον κόλπο

 λάμπουν εκστατικά τα ερείπια από τότε, ένα παράξενο ψηφιδωτό της ιστορίας

 κάστρα και μαυρισμένα ξύλα, αόρατα τζαμιά, συναγωγές, αψίδες, μακεδονικά κτερίσματα, τάφοι κι εκκλησιές βυζαντινές

  μέσα στο χώμα, φαντάσματα που ψιθυρίζουν μυστικά ,απ΄την αρχή του χρόνου

  ΕΔΩ, το σούρουπο, ανατέλλουν οι ψυχές, κόκκινος ήλιος, σύννεφα που παιχνιδίζουν με τον άνεμο στον ουρανό

  στο άπειρο που ονειρεύονται και ταξιδεύουν….

ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Υ.Γ: τα δυό κομμάτια ποίησης, είναι κλεμμένα από μιά σελίδα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ που γράφει η Ελένη Μπίστικα και γράφτηκαν από τον Θεσσαλονικιό ποιητή και πεζογράφο Τόλη Νικηφόρου.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να τα λεμέ κι αυτά – «Ο μονόλογος του βλάκα»

» Ε ναι λοιπόν, είναι η στιγμή που όλοι περιμένατε…..για περάστε, για περάστε, να τον δείτε, να θαυμάστε…κυρίες-κύριοι. Το αφεντικό τρελάθηκε και σας τον δείχνει τζάμπα. Προλάβετε. Γέλιο-χορός-τραγούδι και αγάπη. Ούλα στα κάρβουνα…δεχόμεθα παραγγελίες γάμων-βαπτίσεων-αρραβώνων-παιδικών πάρτυ…» Εντάξει λοιπόν…το παραδέχομαι… ΕΙΜΑΙ ΒΛΑΚΑΣ!… με λοφίο,με περικεφαλαία..με πατέντα. Μου πήρε καιρό να το[…]

Περισσότερα »

Να τα λέμε κι αυτά – “Ωδή στον κόφτη δαπανών”

ΠΙΘΑΝΟΙ ΑΛΛΟΙ ΤΙΤΛΟΙ – » ΓΑΜΩ ΤΙΣ ΖΑΡΤΙΕΡΕΣ ΜΟΥ ΓΑΜΩ» -»ΘΑ ΠΟΥΛΗΣΩ ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΩ ΔΟΝΗΤΗ» – »Ο-Ο-Ο-ΟΟΟΧΙ ΑΛΛΟΑ Ρ Α Π Η » -»ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΡΥΒΕΤ΄Ο ΑΛΕΞΗΣ» -»ΠΟΝΑΝΕ ΩΡΕ ΤΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ;» -»ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ ΑΔΕΡΦΕΣ ΜΟΥ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ» -»ΠΟΥΣΤΗΔΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ ΓΙΝΑΝΕ ΜΑΛΛΙΑ-ΚΟΥΒΑΡΙΑ»  »Δ ε  μ[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *