Να τα λέμε κι αυτά…“Τέσσερις μικρές χαλκογραφίες…”

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ. ΤΟΙΧΟΙ ΓΕΜΑΤΟΙ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ.

Όταν ξεκίναγα να ζώ, όλος ο κόσμος ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Εκεί μέσα, χώραγαν όλα. Οι μυρωδιές που αγάπαγα, οι φόβοι μου, οι ανάγκες μου, η ζεστασιά του κόρφου της, τ΄ ωραίο της δέρμα, π΄ όταν μ΄ αγκάλιαζε -θαρρούσα- με σκέπαζε σαν ένα ωραίο, βαμβακερό σεντονάκι με τα μπλέ λουλούδια και το άρωμα της βανίλιας που μου άρεσε. (Η λέξη ΟΛΑ πιό πάνω, μπορεί να ήταν λίγα ή πολλά).

Χαλκογραφία 1η.»Αν είσαι έτσι όπως δείχνεις, τότε εγώ για σένα σκοτώνομαι…»

Το σπίτι μας είχε πολλά δωμάτια και πολλούς τοίχους γεμάτους με όσα η μάνα ήθελε να φαίνονται. Η γιαγιά Άννα. ασπρόμαυρη ή και γκρίζα-μέσα από την κορνίζα της-μας κοίταζε με ένα βλέμμα αυστηρό και τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω. Τεράστια εικόνα, δέσποζε και η μάνα συνεχώς τη γυάλιζε. Δεν ξέρω γιατί δεν είχαμε και τον παππού Χαράλαμπο. Δεν τον είχα γνωρίσει και ποτέ μου άλλωστε. Γιατί να μου λείπει ο ίσκιος του; Ούτε τη γιαγιά ήξερα. Αλλά λέγανε οτι ήταν αρχοντοπούλα κι ήταν ίδια η μάνα μου. Γι αυτό την αγάπαγα. Άλλες φωτογραφίες δεν είχαμε. (ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το μοναδικό πρόσωπο που αγαπούσα ήταν η γιαγιά!).

χαλκογραφία 2η,»Αγάπαμε όπως η σκόνη τα λίγα πράγματα που δεν την από παίρνουνε…»

Όλες τις άλλες φωτογραφίες μας -πάντα μέσα σε φάκελους – τις βάζαμε στον μπουφέ, σ΄ ένα συρτάρι πάνω-πάνω. Και τα γράμματα όλα. Πού έμοιαζαν. Πάντα αυτά που έρχονταν άρχιζαν με το » Αγαπημένοι μου γονείς…» και κείνα που στέλναμε με το » Αγαπητό μας παιδί…». Στο κάτω συρτάρι -το πιό μεγάλο-η μάνα έβαζε όλα τα γλυκά του κόσμου σε βαζάκια και κουτιά.» Μην έρθει κανένας και δεν έχουμε να κεράσουμε και ντροπιαστούμε» έλεγε. Και γω εκεί, όλο μπροστά, στον μπουφέ, μ΄ανοιγμένα τα συρτάρια του. Αγαπημένη συνήθεια. Να βλέπω φωτογραφίες, να διαβάζω συγγενικά γράμματα και να τρώω τα γλυκά. (ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ  Το μοναδικό έπιπλο που αγάπησα ήταν ο μπουφές!).

χαλκογραφία 3η.»Σε θυμάμαι σαν τραγούδι που δεν πρόλαβα να πώ….»

Τώρα που μεγάλωσα, δεν έχω ούτε τη μάνα μου, ούτε τον πατέρα μου. Εχω όμως το ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ. Και πολλές φωτογραφίες στους τοίχους. Τη γιαγιά, τη μάνα, τον πατέρα, ό,τι αγάπησα κι ό,τι πρόφτασε να μ΄ αγαπήσει. Καμιά φωτογραφία στο μπουφέ ή σε φακέλους σε συρτάρια. Όλες πάνω στους τοίχους. Να σκονίζονται και ν΄ αναπνέουν. Φωτογραφίες πολλές. Ισα με το ταβάνι. Όλες πίσω από γυαλί. Η μιά δίπλα στην άλλη. Σαν ξένοι που δεν γνωρίζονται κι ούτε συστήθηκαν ΠΟΤΕ. Κι ένα περίεργο πράγμα.

ΟΛΕΣ ΜΕ ΚΟΙΤΑΝΕ ΙΣΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ. Με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο βλέμμα. Απ΄ όλες τις γωνιές, τα μάτια τους πάνω μου, ατάραχα, κοφτερά, κατευθείαν στην καρδιά μου. Και οι πιο τρανές, ασπρόμαυρες…. Εγώ τις φωτογραφίες μου τις αγαπάω. Από παιδί ονειρευόμουνα ότι έκλεβα ΜΟΝΟ άλμπουμ με φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες κι ότι απεικονιζότανε μέσα τους ΗΤΑΝΕ ΔΙΚΟ ΜΟΥ. Όποιο σπίτι διάβαινα, φωτογραφίες τους ζήταγα να δώ. Κι όταν έφευγα  από κάπου, μόνο μία μικρή φωτογραφία ζήταγα…. Εγώ, τις αγαπάω τις φωτογραφίες.

Τις ποτίζω, τους μιλάω, τις μαλώνω, κλαίω μαζί τους, τις αγαπάω… σε ασπρόμαυρο χρόνο. Τις έχω παρέα μου εγώ.  (την πρώτη φορά που διάβασα το όνομα της Κικής Δημουλά, ήταν στη 2η σελίδα της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, στην πατρίδα μου Θεσσαλονίκη, μέσα σ΄ένα πλαίσιο και έγραφε.. »ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ.ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΡΙΧΝΕΙΣ ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ…»

χαλκογραφία 4η.»Κρατώντας μια φωτογραφία σου, κρατάω το χρόνο που ζήσαμε μαζί .Πράγματι, ήταν τόσο μικρός όσο μιά φωτογραφία….»

Όταν ξυπνάω το πρωί, τό πρώτο που βλέπω είναι το βλέμμα τους. Κι όταν το βράδυ κλείνω το φώς, πάλι το βλέμμα τους μετράει. Μ΄ αρέσει που στο σπίτι μου υπάρχουνε τοίχοι που δίνουνε ευκαιρία σε μία φωτογραφία να κρεμαστεί απάνω τους. Θαρρείς κι οι παλιές μαζεύονται να κάνουν χώρο για να ‘ ‘ρθουν κι άλλες. Είναι ωραίο να βλέπεις τη ζωή σου απάνω στους τοίχους. Κρατημένη σε στιγμή χρόνου που δεν αλλάζει ποτέ, σαν σε μιά φωτογραφία. Η ζωή μου είναι όπως το σπίτι μου. Τοίχοι γεμάτοι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Υ.Γ.   Και μιά χαλκογραφία που δεν κρεμάστηκε ποτέ… »ΗΡΘΕΣ,ΕΦΥΓΕΣ.ΘΑ ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ.ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΟ.  ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ….ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΕΣ,ΓΙΑΤΙ ΕΦΥΓΕΣ;ΘΑ ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΕΝΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ.ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΤΟ.ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ….»

                                                                                                                                          Του Αντρέα Ρηγόπουλου

Αναδημοσίευση  από Μάιο 2016

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Να τα λέμε κι αυτά… «Μέρες ραδιοφώνου- Ιμιλλιόρι αγγούρι απέ πίσω κρόνια πολλά…»

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: » ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ; ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: » Είναι ένα στενόμακρον  ως επί το πλείστον γκουμουτσερό κυτίον, ένθα πλήθος κομβίων  και άλλων μασκαριλικίων  σε οδηγούν εις την ακρόασιν πλήθους ασμάτων άμα δεν κάνει μπίου – μπίου που δεν πιάνει καθαρό σήμα-ΝΑ ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ ΄Η ΦΟΒΕΡΑ ΛΑΜΠΡΟΥ ΝΑ ΨΑΧΝΕΙΣ ΩΡΙΛΑ[…]

Περισσότερα »

Να τα λέμε κι αυτά… «Μανούλα θα φύγω, μην κλαύσεις για ΄μένα…»

Κοίτα τώρα πουτανιά ο λογοτέχνης »…ΤΟ ΤΑΛΕΝ ΤΟ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΣΤΟΧΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΤΥΧΕΙ ΚΙ Η ΕΥΦΥΙΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΣΤΟΧΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΕΙ »! Καλά ε; Μη μου πεις δεν ανατρίχιασες, θα γίνει το Ολοκαύτωμα του Ζαρκαδίου! Βέβαια η διαδρομή από τον[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *