Ο Κώστας Μπαϊκούτσης και ο όρμος της Πειραϊκής

του Στέφανου Μίλεση

Τι σχέση θα μπορούσε άραγε να υπάρξει μεταξύ των βαρκάρηδων του λιμανιού και των «αραμπατζήδων», των οδηγών δηλαδή ιπποκίνητων αμαξών;

Κοινό στοιχείο και των δύο αυτών επαγγελματικών τάξεων είναι ότι εκτελούσαν μεταφορές, οι πρώτοι θαλάσσιες, οι δεύτεροι στεριανές. Και οι δύο αποτελούσαν πολυπληθείς επαγγελματικές τάξεις του Πειραιά, που εξαφανίστηκαν από την πρόοδο και την εξέλιξη. Οι πρώτοι γιατί το λιμάνι κάποτε εκβαθύνθηκε και δεν υπήρχε η ανάγκη μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων από βάρκες. Η εκβάθυνση είχε επιφέρει το «πλεύρισμα» των καραβιών απευθείας στις προβλήτες του λιμανιού. Οι δεύτεροι υπήρξαν οι «αραμπατζήδες» λόγω της εμφάνισης του σιδηροδρόμου!

Παρότι ο σιδηρόδρομος εμφανίστηκε πολλά χρόνια πριν επιτευχθεί η εκβάθυνση του λιμανιού, οι αραμπατζήδες θα λέγαμε ότι το πάλεψαν, κρατήθηκαν δηλαδή ως επαγγελματίες για καιρό, αντίθετα από τους βαρκάρηδες που η εκβάθυνση επέφερε την άμεση εξαφάνισή τους. Κάποιοι βαρκάρηδες μόνο έμειναν, αφού πρώτα μετακόμισαν στα διπλανά λιμάνια του Τουρκολίμανου και του Πασαλιμανιού, όπου ζούσαν εκτελώντας ρομαντικές βόλτες στα ερωτευμένα ζευγάρια μέσα στους γραφικούς αυτούς όρμους.  Οι υπόλοιποι βαρκάρηδες έλαβαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις αρχές της δεκαετίας του ’30, σημαντικές αποζημιώσεις ενώ αργότερα οι εναπομείναντες (περίπου εκατό εργαζόμενοι) συνέστησαν σωματείο με την επωνυμία «Αρχαία Τριήρης» και εργάζονταν για λογαριασμό του Ο.Λ.Π. λαμβάνοντας ορισμένα φορτοεκφορτωτικά δικαιώματα.

Ας δούμε όμως ποια ήταν η τύχη των στεριανών συναδέλφων τους, των «αραμπατζήδων»:

Ο Σιδηρόδρομος Αθηνών Πειραιώς (ο σημερινός «Ηλεκτρικός») αν και είχε προταθεί πολλά χρόνια νωρίτερα, η εκκίνηση του έργου καθυστερούσε, καθώς μεταξύ των πολλών εμποδίων υπήρξε και η αντίδραση των «αραμπατζήδων». Έτσι αποκαλούσαν τους ιδιοκτήτες των «αραμπάδων» των ιπποκίνητων τετράτροχων αμαξών που είχαν αναλάβει τη μετακίνηση των εμπορευμάτων από τον Πειραιά στην Αθήνα και αντίστροφα. Εκτός από τους αραμπάδες σημαντικό μεταφορικό έργο είχαν και οι άμαξες τύπου «βιζαβί», οι άμαξες δηλαδή στις οποίες οι επιβάτες κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο (πρόσωπο με πρόσωπο), σύστημα που χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά τη σχεδίαση του εσωτερικού των βαγονιών των σιδηροδρόμων, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα καθίσματα τύπου «βιζαβί» που κληροδότησαν οι ιπποκίνητες άμαξες. Με τα χρόνια όλοι οι αμαξάδες ανεξάρτητα με τον τύπο της άμαξας που διέθεταν, αποκαλούνταν «αραμπατζήδες» ανεξάρτητα με το αν οδηγούσαν δίτροχη ή τετράτροχη άμαξα, ανεξάρτητα με το αν μετέφεραν ανθρώπους ή εμπορεύματα.

Οι «αραμπατζήδες» λοιπόν, είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν στην καταψήφιση της Κυβέρνησης εκείνης, που θα εκκινούσε τα έργα κατασκευής του σιδηροδρόμου. Οι Κυβερνήσεις βεβαίως που την εποχή εκείνη τα μετρούσαν όλα, λάμβαναν υπόψη τους και τις αντιδράσεις των «αραμπατζήδων».  Το πέρασμα όμως στη σύγχρονη εποχή δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει η αντίδραση μια επαγγελματικής τάξης, κι έτσι ο σιδηρόδρομος λειτούργησε το 1869 με πρώτο δρομολόγιο Θησείο – Πειραιάς.

Αυτή η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή, με αφετηρία το Θησείο τραβούσε προς τον Πειραιά, χωρίς να «κατεβαίνει» προς την παραλία του Φαλήρου, το οποίο τότε ήταν μια ερημική,  ασήμαντη θα λέγαμε περιοχή. Τα υπόλοιπα νομίζω είναι περίπου γνωστά. Η εταιρεία στην προσπάθειά της να προσελκύσει τον κόσμο να ταξιδεύει με τον σιδηρόδρομο, προχώρησε στην αξιοποίηση του Φαλήρου, το οποίο χάρη στην απόφαση αυτή γνώρισε ραγδαία εξέλιξη. Την ανάπτυξη του Νέου Φαλήρου ειδικά τις πρώτες ημέρες του σιδηροδρόμου, κάλλιστα θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και ως «ανάπτυξη της Κυριακής»! Διότι ο κόσμος είχε μάθει κάθε Κυριακή να κατεβαίνει στο Φάληρο για να παρακολουθήσει λεμβοδρομίες, ενετικές εορτές, πανηγύρεις και άλλες εκδηλώσεις. Η καθημερινή κάθοδος του κόσμου στο Φάληρο γρήγορα έγινε πραγματικότητα με το ξύλινο θεατράκι και τις παραστάσεις του κι ευθύς αμέσως με τα θαλάσσια λουτρά του που λειτουργούσαν καθημερινώς τη θερινή περίοδο, κάνοντας τον κόσμο να κατευθύνεται εκεί κάθε μέρα και όχι μόνο κάθε Κυριακή.

Όλα αυτά τα έργα που η εταιρεία του σιδηροδρόμου έλαβε, την καταξίωσαν γρήγορα στις συνειδήσεις των επιβατών και οδήγησαν τους «Αραμπατζήδες» στην παρακμή. Χάνοντας το βασικό δρομολόγιο που ήταν Πειραιάς – Αθήνα και αντίστροφα, τους απέμεναν μόνο μικρά δρομολόγια τοπικού χαρακτήρα, σε διαδρομές δηλαδή που ο σιδηρόδρομος δεν εκτελούσε. Όμως οι «αραμπατζήδες» ήταν πολλοί ως προς τον αριθμό, και τα τοπικά δρομολόγια λιγοστά, κατά συνέπεια δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα.

Μάλιστα οι «αραμπατζήδες» των Αθηνών αρνούνταν τον πρώτο καιρό να μεταφέρουν κόσμο από το Σύνταγμα ή την Ομόνοια προς το Θησείο, όπου ξεκινούσε ο σιδηρόδρομος. Πολύς κόσμος αναγκαζόταν να κάνει τη διαδρομή αυτή με τα πόδια. Στον Πειραιά τα πράγματα για τους «αραμπατζήδες» ήταν κάπως καλύτερα καθώς υπήρχε το λιμάνι που τους έδινε εργασία. Ειδικά στο Τελωνείο έναντι του Αγίου Νικολάου, γνώριμη η εικόνα με τους δεκάδες αραμπάδες να αναμένουν δρομολόγιο κουβαλώντας τα εκτελωνισμένα εμπορεύματα. Αλλά και στο δεύτερο σημείο που συγκεντρώνονταν οι άμαξες του Πειραιά, στην καλουμένη Πλατεία Αμαξών η μετέπειτα Πλατεία Ρήγα Φεραίου, συναντούσες άμαξες πολλά χρόνια μετά.

Οι «αραμπατζήδες» το πάλεψαν για πολλά χρόνια ενάντια στην τεχνολογική πρόοδο, χωρίς κανείς να λάβει ουσιαστικό μέτρο για αυτούς όπως έπραξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τους βαρκάρηδες. Το αποτέλεσμα αυτής της μεταχείρισης ήταν οι περισσότεροι να αναζητήσουν τη τύχη τους αλλού.

Ανάμεσά τους και ο αραμπατζής Κώστας Μπαϊκούτσης ο οποίος παράλληλα με το κύριο επάγγελμά του, είχε φτιάξει κι ένα πρόχειρο καφενέ-ταβερνείο, στην ερημική τότε Πειραϊκή σε όρμο που έμελλε να λάβει το όνομά του, από τη για πολλά χρόνια μοναδική παρουσία του, μέχρι που έφτασε μέχρι σήμερα να μείνει γνωστός ως όρμος του Μπαϊκούτση ή όρμος Μπαϊκούτση.

Ο Κώστας Μπαϊκούτσης δεν ήταν ο μοναδικός αραμπατζής που είχε σχέσεις με την έρημη Πειραϊκή και τους όρμους της. Ο  Άγγελος Κοσμής στο έργο του «Περασμένα κι αλησμόνητα» αναφέρει ακόμα έναν, τον αμαξηλάτη Ιωάννη Χαντζάρα τον πατέρα του ποιητή Νίκου Χαντζάρα, που με τη βοήθεια του γιου του κατέβαζαν το άλογο στην Πειραϊκή για να το πλύνουν στη θάλασσα.

Ο Κώστας Μπαϊκούτσης λοιπόν αναζητώντας το δικό του μέλλον επέλεξε τον ερημικό όρμο για να στήσει το ταβερνείο του. Ο όρμος αυτός στη συνέχεια έλαβε και το όνομά του, από τη μοναδική παρουσία του. Σήμερα βεβαίως ο συγκεκριμένος όρμος έχει αποκτήσει κι άλλες ονομασίες όπως όρμος του Αγίου Νικολάου, από το σύνδεσμο των εκεί αλιέων, των οποίων τις βάρκες έπαιρναν τα άγρια από το σορόκο κύματα και τις έσπαζαν πάνω στα βράχια. Ακόμα «Σταυρός» από το μνημείο του αφανούς ναύτη που ανεγέρθηκε εκεί επί επταετίας προς τιμή των Ελλήνων ναυτικών που χάθηκαν στις θάλασσες όλου του κόσμου είτε σε περιόδους πολέμου είτε σε περιόδους ειρήνης, ή όρμος της Αφροδίτης όπως επικράτησε τα τελευταία χρόνια.

Ο αραμπατζής που εξαιτίας του σιδηροδρόμου και της εξέλιξης γίνεται ταβερνιάρης, στέκεται αιτία απόδοσης τοπωνυμίου σε έναν από τους όρμους της Πειραϊκής. Η ιστορία, όπως διαρκώς επαναλαμβάνω, μοιάζει με ένα γαϊτανάκι, κάθε κορδέλα του οποίου είναι και μια μικρή ιστορία. Οι μικρές αυτές ιστορίες, πολλές και διαφορετικές, περιπλέκονται μεταξύ τους, περιστρεφόμενες όμως πάντα γύρω από τον ίδιο άξονα, που είναι η ιστορία της πόλης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η Καστέλλα με τα μάτια της Πηνελόπης Δέλτα

του Στέφανου Μίλεση… Το καλοκαίρι του 1879, τα παιδιά της οικογένειας Μπενάκη, η Πηνελόπη, ο Αντώνης (ο Τρελαντώνης), ο Αλέξανδρος, η Αλεξάνδρα και η Αργίνη, που ζουν μόνιμα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, φιλοξενούνται για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στην Καστέλλα του Πειραιά από τους Θείους τους. Η διήγηση γίνεται από την Πηνελόπη Μπενάκη (μετέπειτα Δέλτα),[…]

Περισσότερα »

Πειραϊκές Ιστορίες: Όταν οι πρώτοι Ιταλοί αιχμάλωτοι έφταναν στον Πειραιά

Του Στέφανου Μίλεση*… Από τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του 1940 και μετά, αρχίζουν να καταφτάνουν οι πρώτοι Ιταλοί αιχμάλωτοι σε Αθήνα και Πειραιά. Στην Αθήνα οι κάτοικοι δυσκολεύονται να τους δουν από κοντά. Και η δυσκολία αυτή, είχε να κάνει κύρια με το γεγονός της μυστικής άφιξής τους με[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *