Κανάλι Ένα 90,4 FM

Κανάλι Ένα 90,4 FM

Πειραϊκές Ιστορίες: Τα βαπτίσματα των «Καρβουνιάρικων»

Του Στέφανου Μίλεση*

Πρόκειται για τη δημώδη ονομασία ενός τμήματος του Λιμένος Πειραιώς. Οι παλαιοί κάτοικοι της πόλης μας αποκαλούσαν με αυτό το όνομα ένα τμήμα, που καταλάμβανε την ακτή μετά το ναό του Αγίου Νικολάου (Τελωνείο) με κατεύθυνση προς τους ταρσανάδες και τα καρνάγια του Ξαβέρη (της Ακτής Ξαβερίου).

Στο σημείο εκείνο γίνονταν φορτοεκφορτώσεις (προμήθεια πόλης) με κάρβουνο αλλά και εκ παραλλήλου η προμήθεια των πλοίων (ανθράκευση).

Πρόκειται για ένα μικρό μέρος της αρχαίας Ακτής Αλκίμων που στα μετέπειτα χρόνια ονομάστηκε Ακτή Ξαβερίου από τον Ιταλό εποικιστή και επιχειρηματία που έζησε και αναπτύχθηκε εκεί τον Ξαβέριο Στέλλα.

Τότε η χρήση του κάρβουνου αποτελούσε πηγή ζωής για μια πόλη, εξόχως ναυτική όπως ο Πειραιάς, καθώς το υλικό αυτό εξασφάλιζε την κίνηση πλοίων και εμπορίου, αλλά και τη θέρμανση του κατοίκων της.  Συνεπώς η κίνηση μεταβάλλονταν στα Καρβουνιάρικα με αυξητική τάση στα πρώτα κρύα του χειμώνα, ή με την αύξηση της κίνησης του εμπορικού λιμένα του Πειραιά. Στα Καρβουνιάρικα λοιπόν όχι μόνο γινόταν το μεγάλο αλισβερίσι του Κάρβουνου για Πειραιά και Αθήνα αλλά καθοριζόταν και η τιμή πώλησής του που ίσχυε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα.

Από το πρωί έως το βράδυ κατέφθαναν στον Πειραιά και συγκεκριμένα στα Καρβουνιάρικα, μεγάλα και μικρά καΐκια φορτωμένα με χιλιάδες οκάδες κάρβουνου άλλα με σκοπό την πώληση και άλλα με σκοπό την προμήθεια για να το μεταπωλήσουν με τη σειρά του σε άλλα λιμάνια.

Αυτό το παράξενο αλισβερίσι γίνονταν εκ παραλλήλου, όχι μόνο από θαλάσσης αλλά και από στεριάς, αφού άμαξες κάθε μεγέθους, προσέγγιζαν είτε παραλιακά από την ακτή του λιμανιού είτε μέσα από τους κακοτράχαλους δρόμους της Υδραίικης συνοικίας για να προμηθευτούν το μαύρο αυτό θησαυρό που η έλλειψή του ταυτιζόταν με ακινησία των ατμοκίνητων πλοίων, με πραγματική στάση του εμπορίου, αλλά και της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας που κι αυτές για την κίνησή τους κάρβουνο χρησιμοποιούσαν. Εκατοντάδες ατμόμυλοι και κυλινδρόμυλοι είχαν ανάγκη την καθημερινή του προμήθεια. Η εξάρτηση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί ατμόμυλοι είχαν κατασκευάσει τεράστιες αποθήκες (καρβουναποθήκες) ώστε να έχουν αποθέματα ακόμη και όταν η προμήθεια σταματούσε για οποιαδήποτε αιτία. Όλα αυτά όπως και η θέρμανση κατά τη διάρκεια του χειμώνα του απλού λαού του Πειραιά και των προαστίων του εξαρτάτο από τα «Καρβουνιάρικα»!

Όλη η περιοχή λοιπόν έλαβε αυτό το όνομα από χαρακτηριστικό γκριζόμαυρο σκοτεινό χρώμα που είχε επικαλύψει τα πάντα. Τα καΐκια που φόρτωναν και ξεφόρτωναν ήταν σκεπασμένα από το μαύρο του κάρβουνου, οι άνθρωποι που δούλευαν σε αυτά, οι λιμενεργάτες, αλλά και τα γύρω σπίτια, οι δρόμοι και το πλακόστρωτο του λιμανιού. Όλες οι παρυφές της Υδραίικης συνοικίας υπέφεραν από τη γειτνίαση με τα «Καρβουνιάρικα».

Με σημαντικές πληροφορίες μας τροφοδοτούν πολλοί Πειραιώτες αρθρογράφοι και λογοτέχνες της εποχής όπως ο Χρήστος Λεβάντας, ο Γ. Μπουκουβάλας, ο Άγγελος Κοσμής κ.α. οι οποίοι με πλήθος αναφορών τους περιγράφουν τις διαδικασίες που εφαρμόζονταν με βάση το εθιμικό δίκαιο και όχι υπακούοντας κάποιο αρχικό γραπτό κώδικα. Ο αγορανομικός κώδικας που ακολούθησε, περιέγραφε στην ουσία αυτό που ήδη εφαρμοζόταν εθιμικά χρόνια πριν.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις περιγραφές, η πραγματική μάχη δεν γινόταν από τους εργάτες στον κατά γενική ομολογία καθημερινό τους αγώνα να φορτώσουν ή να ξεφορτώσουν χειρονακτικά τα καΐκια και τις άμαξες, αλλά σε ένα παράξενο χρηματιστήριο, που στηνόταν υπαίθρια κατά μήκος της Ακτής Ξαβερίου. Σε αυτό το άτυπο χρηματιστήριο καρβουνέμπορων οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και καθόριζαν την τελική τιμή του κάρβουνου. Εκεί στο πόδι και αυτοστιγμεί 40 έμποροι καθόριζαν τη τιμή ενός προϊόντος από το οποίο εξαρτιόταν το σύνολο της ανθρώπινης εμπορικής, ναυτιλιακής, βιοτεχνικής, βιομηχανικής δραστηριότητας. Ακριβό κάρβουνο, ακριβά όλα τα προϊόντα!

Η πολιτική της εμπορίας εξαρτάτο ανάλογα με το ποια πλευρά εκπροσωπούσες. Οι μεταφορείς για παράδειγμα (οι Καπετάνιοι δηλαδή των Καϊκιών) που έφερναν δια θαλάσσης το κάρβουνο στον Πειραιά, μόλις έμπαιναν στο λιμάνι και πριν ακόμα πλησιάσουν την ακτή, σήκωναν πινακίδα με την επιθυμητή τιμή πώλησης για να προδιαθέσουν τους στεριανούς εμπόρους. Αυτό γινόταν για να μην χάνουν άσκοπο χρόνο στις δοσοληψίες.

Όμως η δοσοληψία που περιγράφουμε δεν περιορίζεται απλά και μόνο στο φτηνότερο κάρβουνο που παρουσίαζαν οι πινακίδες των καϊκιών, αλλά και σε πολλούς άλλους παράγοντες, όπως το είδος του! Υπήρχε τύπος κάρβουνου που έκανε φλόγα, είχε δηλαδή υψηλή θερμική αξία, αλλά όχι καπνό, ενώ άλλος τύπος παρήγαγε κατά την καύση πολύ καπνό κατάλληλο για τη κίνηση της βιομηχανίας. Το κάρβουνο συνεπώς, ήταν ανάλογο με την αποστολή που θα είχε και όλοι οι εμπλεκόμενοι γνώριζαν τις ιδιότητες κάθε τύπου ξεχωριστά, εάν δηλαδή θα ήταν από πρινάρι, αγριελιά, κουμαριά, δρυ, οξιά, ή ελιά!

Οι μόνοι που δεν είχαν λόγο σε αυτή την διαδικασία ήταν οι ίδιοι καρβουνεργάτες που αμίλητοι και σκυθρωποί, κατάμαυροι, ξεφόρτωναν τα καΐκια στην αποβάθρα και εν συνεχεία το ίδιο προϊόν το ξαναφόρτωναν σε διάφορα στεριανά μεταφορικά μέσα.

Το βάσανο όμως για αυτούς δεν ήταν μόνο διπλό (ξεφόρτωμα και φόρτωμα) αλλά πολλαπλό καθώς ενδιάμεσα μεσολαβούσε το ζύγισμα σε ένα μεγάλο δημόσιο στατήρα.

Τέλος τα υπερφορτωμένα κάρα έπαιρναν την παραλιακή προς την Ακτή Μιαούλη κι άλλα ανέβαιναν με δυσκολία τις παρόδους, βγαίνοντας στην προέκταση της Λεωφόρου Σωκράτους (σημερινή Λεωφόρο Χατζηκυριάκου) η οποία ήταν σκαμμένη από το διαρκές πέρασμά τους! Μαζί τους και κάτοικοι των γύρω συνοικιών που κατέβαιναν με τα πόδια να προμηθευτούν για τα σπιτικά τους κάρβουνο. Η επιστροφή τους ένα πραγματικό μαρτύριο, καθώς εκεί ίσιωμα δεν υπήρχε (και ακόμα δεν υπάρχει) και ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέψουν σπίτι τους φορτωμένοι με σακιά κάρβουνου, ανεβαίνοντας μάλιστα ανηφόρες! Και το μαρτύριο αυξανόταν όταν οι έμποροι «βάπτιζαν» τα κάρβουνα. Τα άφηναν δηλαδή επίτηδες εκτεθειμένα στη βροχή για να μουσκέψουν. Έτσι και το βάρος τους ήταν διπλάσιο, «κλέβοντας» στην ουσία τους άτυχους αγοραστές, αλλά και η φωτιά δεν έβγαινε καθώς το βρεγμένο κάρβουνο για να χρησιμοποιηθεί θα έπρεπε πρώτα να στεγνώσει. Όποιος φουκαράς αγοραστής δεν το γνώριζε αυτό, πιανόταν κορόιδο και αντί φθηνότερου κάρβουνου που πίστευε ότι θα αγοράσει, προμηθευόταν και ακριβότερο και ακατάλληλο. Κι οι καρβουνέμποροι αποκαλούσαν όσους αγόραζαν βρεγμένο κάρβουνο «βαπτισμένους».

Σήμερα σχεδόν όλοι έχουν δει το ιδιαιτέρως διαδεδομένο επιστολικό δελτάριο (καρτ – ποστάλ) που αναγράφει στη μια γωνία του «Καρβουνιάρικα» και έχει ως φόντο την εκκλησία των Υδραίων τον Άγιο Νικόλαο. Σε αυτό εμφανίζεται ένας ναύτης με καθαρή ολόλευκη στολή να στέκεται μπροστά από το δημόσιο στατήρα. Φυσικά δεν απεικονίζει την πραγματικότητα καθώς εμφανίζει τα πάντα να γίνονται σε ένα περιβάλλον κόσμιο, χωρίς τη μαυρίλα του κάρβουνου να σκεπάζει τα πάντα σα πέπλο, ενώ ο ναύτης με τη λευκή καθαρή στολή καταλαβαίνουμε ότι θα είχε γίνει μαύρος πριν ακόμη πραγματοποιήσει την οιαδήποτε ενέργεια.

Εκεί δίπλα στα Καρβουνιάρικα υπήρχε και ο γνωστός Ατμόμυλος του Αντώνη Μανίνα που αποτέλεσε ένα επίσης ξεχωριστό τοπωνύμιο ανάμεσα στις οδούς Ιάσωνος και Κανάρη. Πολύ κοντά σε όλο αυτό το σκηνικό τα σπίτια των κατοίκων τα οποία μονίμως  δεν μπορούσαν να ανοίξουν τα παράθυρά τους από την ασβόλη! Οι κάτοικοι αυτοί στις 27 Νοεμβρίου 1895 απέστειλαν διαμαρτυρία στο Υπουργείο Ναυτικών, το οποίο με την σειρά του στον Πρωθυπουργό, για την μετακίνηση των «Καρβουνιάρικων» σε άλλη περιοχή του λιμανιού.

Το τοπίο δεν εξαντλούνταν αποκλειστικά στην ζωή των Καρβουνιάρικων, αφού δίπλα τους ακριβώς βρίσκονταν τα ξυλοναυπηγεία (ταρσανάδες) της Ακτής του Ξαβέρη. Οι άλλοι ταρσανάδες βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του λιμανιού (δίπλα στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου) πριν μετακινηθούν για το Πέραμα τα επόμενα χρόνια. Καρβουνιάρηδες και ταρσανατζήδες σύχναζαν σε καφενεία της περιοχής και σε ταβέρνες σε κάποια διακοπή της σκληρής εργασίας. Μια από αυτές της ταβέρνες ήταν και ιδιοκτησίας του Ξαβέριου Στέλλα, ο οποίος όμως ουδέποτε υπήρξε ο ίδιος ταβερνιάρης, αλλά ιδιοκτήτης χώρου προς ενοικίαση. Συγκεκριμένα ο Ξαβέριος Στέλλας ήταν Ιταλός (Saverio Stella) γεννημένος στο Trani της Απουλίας το 1836. Σε ηλικία μόλις 20 ετών εγκαταστάθηκε στον Πειραιά (περίπου το 1856) όπου και ανέπτυξε δραστηριότητα ως προμηθευτής πλοίων. Το οικόπεδο στο οποίο έχτισε το σπίτι του και άλλα οικήματα συνόρευε αργότερα με την βιομηχανία κονιάκ του Καμπά. Εκεί λοιπόν που βρισκόταν και το ξυλοναυπηγείο του Ιταλού του Ξαβέρη και αργότερα σε ακίνητό του θα στεγαστεί μια ταβέρνα όλη η περιοχή θα βαπτιστεί και θα γίνει γνωστή με το όνομά του ως Ακτή Ξαβερίου!

Όλη αυτή η δραστηριότητα που υπάρχει και αναπτύσσεται στις παρυφές της Υδραίικης συνοικίας με τα χρόνια θα αλλάξει. Σημαντικό μέρος αποτέλεσε η δημιουργία του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π.) που προσδιόρισε εκ νέου την χωροταξία του λιμανιού, μεταφέροντας τα Καρβουνιάρικα σε άλλο σημείο του λιμανιού.

*Προέδρου Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πειραϊκές Ιστορίες: Στην πειραϊκή γειτονιά του Δημήτριου Μαυροκορδάτου

Του Στέφανου Μίλεση… Η οδός Μαυροκορδάτου στον Πειραιά, βρίσκεται μέσα στην γειτονιά των Υδραίων, στην λεγόμενη Υδραίικη συνοικία. Ξεκινά από την παραλία από το ύψος της Ακτής Ξαβερίου και αφού διανύσει πεντακόσια περίπου ανηφορικά μέτρα, τερματίζει πάνω στο ύψωμα του παλιού Σηματογραφικού Σταθμού που υπήρχε εκεί τα παλαιότερα χρόνια. Πώς όμως ένας[…]

Περισσότερα »

Η περιπέτεια της πτερωτής Μέδουσας της Ζέας

του Στέφανου Μίλεση… Τον Ιούνιο του 1891 ομάδα εργατών του Δήμου Πειραιά, λάμβανε χώματα από το σημείο που βρίσκεται απέναντι ακριβώς από τον Όμιλο Ερετών και λίγο προς τα δεξιά, από οικόπεδο ιδιοκτησίας Καμπά και τα μετέφερε λίγο πιο κάτω, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για την επιχωμάτωση του παραλιακού δρόμου, που[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *