Μίκης Θεοδωράκης: Πολύτιμες εξομολογήσεις…

Από την Κατερίνα Παπαγεωργίου

Σήμερα που ο γνωστός δημιουργός Μίκης Θεοδωράκης σβήνει ενενήντα κεράκια με την ευχή να είναι πάντα δημιουργικός και ευτυχισμένος, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποιες πολύ σημαντικές εξομολογήσεις του μέσα από συνεντεύξεις που είχα την τύχη να μου δώσει ξεχωρίζοντας για την ιδιαίτερότητα της μία δεκασέλιδη συνέντευξη στο περιοδικό ΚΛΙΚ…

Ακόμα πιο σπουδαία είναι όλα όσα μου εμπιστεύτηκε για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο βιβλίο “Back to school” όπου 40 πολλοί γνωστοί δημιουργοί μου μιλούν για τη ζωή τους στα χρόνια της αθωότητας.

Οι συναντήσεις μας, όπου με υποδεχόταν πάντα μ΄ ένα πλατύ γενναιόδωρο χαμόγελο ιδιαίτερα εγκάρδιος, ευγενικός και οικείος ήταν πάντα στο σπίτι του μια ανάσα από την Ακρόπολη. Ενα δροσερό καλαίσθητο καταφύγιο με σοφιστικέ ατμόσφαιρα, με παλιά και μοντέρνα έπιπλα έξυπνα συνδυασμένα ανακατεμένα, αγαπημένος χώρος όπου ζει ασυμβίβαστος πάντα και όσο μπορεί αποτραβηγμένος, μα ποτέ σκοτεινός και αδιαπέραστος.

Αν και γεννήθηκε στην Χίο το 1925, ξεριζωνόταν συνεχώς καθώς οι μεταθέσεις του πατέρα του που ήταν δημόσιος υπάλληλος δεν του επέτρεπαν να έχει σταθερό σημείο αναφοράς. Μυτιλήνη, Σύρος, Αθήνα Γιάννενα Αργοστόλι Πάτρα Πύργος Τρίπολη Αθήνα (1943)

Στην Πάτρα ανακάλυψε, πως δεν ήταν κακός στα σπορ, την εποχή που για ένα διάστημα ζούσε εκεί με την οικογένεια του. Εντεκάχρονος τότε, ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ και βόλεϊ. Ένα χρόνο πριν στην Κεφαλονιά, είχε αγοράσει την πρώτη του μπάλα με τα λεφτά που είχε μαζέψει από τα κάλαντα. Παράλληλα, κολυμπούσε. Είχε πάρει μέρος μάλιστα στους Πανελλαδικούς Αγώνες Παίδων στο κρόουλ.

“Αργότερα στον Πύργο”, όπως μου έλεγε “όλοι ήταν ποδοσφαιρόφιλοι κι εγώ έπαιζα τόσο καλά, που με είχαν βάλει στα τσικό στην ομάδα των παιδιών. Μετά ήρθε η κατοχή, και πήγαμε στην Τρίπολη. Βλέπετε στις δεκαετίες του 30 και του 40 με τους γονείς μου και τον αδερφό μου, δεν μέναμε ποτέ σε έναν τόπο. Οι μεταθέσεις του πατέρα μου, που ήταν δημόσιος υπάλληλος, από την ημέρα που γεννήθηκα στην Χίο και μετά, δεν μου επέτρεπαν όταν ήμουνα παιδί να έχω ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ξεριζωνόμουν συνεχώς χωρίς να προλαβαίνω να προσαρμοσθώ σε κανένα περιβάλλον αφομοιώνοντας όμως παράλληλα τα τοπικά στοιχεία.

-Γράφετε στην αυτοβιογραφία σας, επιστρατεύοντας πάντα το χιούμορ που σας διακρίνει, πώς για αυτές τις συνεχείς μετακινήσεις σας από πόλη σε πόλη την εποχή των παιδικών σας χρόνων, η περίπτωση σας παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφέρον!

-Μα παίζει μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας, το αν περνάμε όλη μας τη ζωή σε ένα χωριό με τα ίδια πρόσωπα πάντα γύρω μας και τα ίδια ήθη και έθιμα, η αν με το που προσαρμοζόμαστε σε έναν τόπο, τον εγκαταλείπουμε για να ξεκινήσουμε από την αρχή την ζωή μας κάπου αλλού!  Πόσο μάλλον, που εκείνη την εποχή όταν άφηνες τη μια πόλη για να πας σε μια άλλη, ήταν σαν να διέσχιζες τα σύνορα! Τέτοιες διαφορές υπήρχαν στα ιδιώματα της γλώσσας, στα ήθη στα έθιμα, στα παιγνίδια των παιδιών τα οποία σημειωτέον πάντα ήταν δύσπιστα στους ξένους. Δεν γινόμουν λοιπόν εύκολα αποδεκτός στις παρέες του. Εκτός κι αν η εγκατάσταση στον νέο τόπο, γινόταν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.

Μέσα στην τάξη, ήταν εύκολο να κάνω φίλους. Οταν όμως αλλάζαμε πόλη τα καλοκαίρια, που τα σχολεία ήταν κλειστά, δεν υπήρχαν ευκαιρίες να γνωρίσω φίλους στην νέα γειτονιά. Ήμουν λοιπόν ο ξένος. Που με το ασυνήθιστο για την ηλικία μου μπόι, συγκέντρωνα πάνω μου άγρια βλέμματα! Κι όσο  περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνα, τόσο πιο δύσκολα εξοικειωνόμουν κάθε φορά με το νέο περιβάλον.

Από ένα σημείο και μετά, προτιμούσα να μην βγαίνω πια από το σπίτι. Θυμάμαι, πώς το καλοκαίρι του 38 στον Πύργο Ηλείας, είχα κλειστεί μέσα και δεν άνοιγα τα παντζούρια παρά μόνο για να ανασάνω! Με ένα βιολί που είχα, έπαιζα μουσική και έγραφα τραγούδια νοιώθοντας από βαθιά μελαγχολία εως πόνο!

Ηταν ένα είδος φυγής αλλά και απελευθέρωσης από τα ιδεατά τείχη που είχα υψώσει γύρω μου αρνούμενος ακόμα και να σεργιανίσω μέσα στην κοινότητα των ανθρώπων! Εκεί μέσα ένα ολόκληρο καλοκαίρι πιάστηκα από τη μουσική, όπως ο πνιγμένος από τα μαλλιά του, γιατί έτσι πίστευα πως θα κρατηθώ στην επιφάνεια και θα επιζήσω! Για μένα, δηλαδή, η μουσική υπήρξε ένας τρόπος ζωής  που έπρεπε να τον ανακαλύψω εντελώς μόνος. Την επόμενη χρονιά πάλι δεν έβγαινα από το σπίτι. Αυτήν την φορά έγραφα ποιήματα επηρεασμένος από τα βιβλία που διάβαζα, καθώς ο πατέρας μου διατηρούσε μια μεγάλη βιβλιοθήκη.

-Γεννιέσαι καλλιτέχνης η γίνεσαι; Το ωραίο απαιτεί να είσαι γεννημένος για αυτό; Να έχεις το κοινώς λεγόμενο ταλέντο;

-Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης – δημιουργός γεννιέται. Όμως το έργο του διαμορφώνεται ανάλογα με το περιβάλλον του, την ψυχική και πνευματική του καλλιέργεια και ωριμότητα το επίπεδο της τεχνικής που απαιτεί η τέχνη του και τέλος ανάλογα με τις οικογενειακές κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει.

Στην περίπτωση μου, σίγουρα τα γονίδια έχουν παίξει τον ρόλο τους καθώς από το σοι της μητέρας μου υπήρχε έντονη η καλλιτεχνική τάση ενώ από το σοι του πατέρα μου υπήρχε η πατριωτική, αγωνιστική και πολιτική έφεση. Δυο κόσμοι που διεκδικούσαν μέσα μου θέση, ο ένας σε βάρος του άλλου. Ο προπάππος μου ο Θεοδωρομανώλης, υπήρξε επίσης λαμπρός λυράρης στην Κρήτη, δημιουργός πολλών ριζίτικων τραγουδιών και χορευτικών μελωδιών. Αυτός επέβαλε την λύρα στο νησί καθώς μέχρι το 1930 στην Κρήτη προτιμούσαν το βιολί!

Ακόμα όμως κι αν πάρουμε την εκδοχή, πως η αγάπη μου για την μουσική δεν οφείλεται στα γονίδια, από που θα μπορούσα να είχα επηρεασθεί, αφού δεν υπήρχε εκείνο τον καιρό ορχήστρα στην επαρχία ούτε παράδοση στην σύνθεση στην Ελλάδα; Να φαντασθείτε, πως όταν η γυναίκα μου έδινε εξετάσεις στην ιατρική, ο καθηγητής πανεπιστημίου που την εξέταζε, συζητώντας μαζί της την ρώτησε με τι ασχολείται ο μνηστήρας της και όταν άκουσε πως είμαι συνθέτης αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό! Εκείνο τον καιρό έτσι και τέλειωνες το ωδείο, απλά διοριζόσουν καθηγητής μουσικής σε ένα σχολείο. Για αυτό άλλωστε, είχα προτιμήσει τότε να δώσω εξετάσεις στην Νομική το ήθελε και ο πατέρας μου που ήταν νομικός.

-Οι γονείς σας είχαν καταλάβει την κλίση σας αλλά και την αγάπη που είχατε στην μουσική;

-Βεβαίως, όλοι όμως τραγουδάγαμε στο σπίτι επιτυχίες της εποχής και όλοι είχαν ωραία φωνή. Θυμάμαι τον πατέρα μου στο “Ακόμα ένα ποτηράκι” η “εγω θα σ΄ αγαπώ και μην σε νοιάζει”, είχε μεγάλο σουξέ σε αυτά. Στη συνέχεια την σκυτάλη έπαιρνε η μητέρα μου, ένας άνθρωπος ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος στον πόνο και στα προβλήματα των άλλων, που γνώριζε γνωστές οπερέτες αλλά και ωραιότατες μελωδίες από Αυστρία και Ουγγαρία, ακούσματα που αγαπούσα πολύ.”

Μια από τις πρώιμες και όμορφες αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας είναι όταν άρχισε από πολύ μικρός να γράφει τραγούδια, μελοποιώντας ποιήματα ακόμα και από το αναγνωστικό του σχολείου! Την εποχή που ζούσε στον Πύργο, ήρθε σε επαφή με τις… κλίμακες! Γρήγορα, αγόρασε βιβλία αρμονίας και σύνθεσης. Αργότερα, το 1942 παρακολουθώντας στο σινεμά μια γερμανική ταινία, μαγεύτηκε από την Ενάτη του Μπετόβεν που πλημμύριζε το έργο. Τότε ήταν που αποφάσισε πως θα γίνει συνθέτης. Συγκλονισμένος είχε ζητήσει  από τον πατέρα του να ταξιδέψει στην Αθήνα για να του πάρει όσα μουσικά βιβλία υπήρχαν! Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε να “αυτοδιδάσκεται”!

– Σήμερα η μουσική μετά από τόσους κύκλους που έχει κάνει στη ζωή σας, τι εξακολουθεί να είναι για σας;

– Μια επίπονη ιστορία, διότι αν δεν καθίσω στο γραφείο μου να γράψω, δεν νοιώθω καλά. Είναι σαν να έχω ένα βάρος μέσα μου. Η μουσική  δηλαδή για μένα, μοιάζει με το μυστήριο της ζωής. Είναι σαν μια γέννα! Φαντασθείτε,  δηλαδή, μια γυναίκα να ήταν  έγκυος κάθε μήνα! Αν πάλι δεν γράψω, η μουσική γίνεται πληγή μέσα μου. Μοιάζω με το πεύκο που για να βγάλει την ρετσίνα, πρέπει να το χαρακώσεις! Για αυτό, πάντα, όπου κι αν πήγαινα, είχα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Εγραφα μουσική ακόμα και όταν με μετέφεραν στη Μακρόνησο. Σε κομματικές συνεδριάσεις. Σε κομματικά συμβούλια. Μέσα στο τραίνο. Ακόμα και δίπλα στο κρεββάτι μου, έχω ένα τετράδιο με νότες. Για να σημειώνω τις μελωδίες που έρχονται στο μυαλό μου. Βέβαια, παρατηρώ, πως από μια ηλικία και μετά οι πιθανότητες για έμπνευση μειώνονται, όπως σε μια γυναίκα με το πέρασμα του χρόνου μειώνονται οι πιθανότητες τεκνοποίησης. Ελάχιστοι έχουν γράψει μουσική μετά τα εξήντα τους. Ο Ροσίνι, μάλιστα, έγραψε όλες τις συνθέσεις του στα 35 του χρόνια! Εζησε άλλα τόσα  κατά τη διάρκεια των οποίων δεν έκανε τίποτα.

Η μουσική με κάνει να νοιώθω σαν την μητέρα που με το παιδί της στην αγκαλιά, αισθάνεται να κρατάει τον κόσμο στα χέρια της. Η έμπνευση με συνεπαίρνει! Το πραγματικό έργο που μας χαρίζει την αθανασία. Μονάχα αυτό ζεί στην αιωνιότητα. Ολα τα υπόλοιπα, είναι επόμενο να φαίνονται μικρά και ασήμαντα.

-Ο κόσμος είναι σε θέση σήμερα να ξεχωρίσει ένα εμπνευσμένο έργο με τόσα μουσικά ακούσματα που εισπράττει καθημερινά;

-Έχω την εντύπωση, πως όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά, ο κόσμος δεν κάνει καμιά επιλογή, απλά νοιώθει κουρασμένος. Το μυαλό του είναι σαν το μίξερ! Γυρίζει, γυρίζει και γίνεται κουρκούτι! Επιπλέον, σήμερα παρατηρώ πως υπάρχει έλλειψη στα ταλέντα. Δεν βλέπω  ταλαντούχους ποιητές, συνθέτες, συγγραφείς. Ισως, γιατί ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας. Τα ταλέντα, μάλλον στρέφονται προς εκείνη την κατεύθυνση που σίγουρα έχει ενδιαφέρον.

– Κάποιοι χαριτολογώντας λένε πως στην εποχή μας η τεχνολογία  είναι το κόλπο να τακτοποιούμε έτσι τον κόσμο, ώστε να μην χρειάζεται να τον βιώνουμε. Εσείς πως χαρακτηρίζετε την ζωή στην σημερινή κοινωνία;

-Σε μια κοινωνία που προπαγανδίζει τον ελάσσονα κόπο, το πως θα έχεις δηλαδή κέρδος χωρίς να κοπιάσεις λεπτό, η ζωή έχει γίνει η τέχνη των συμβιβασμών.

-Είχατε δηλώσει στο παρελθόν, πως οι άνθρωποι κυνηγούν το χρήμα, όπως οι πρωτόγονοι κυνηγούσαν το θήραμα τους με την σφεντόνα, σκοτώνοντας ότι τους στεκόταν εμπόδιο. Τι πιστεύετε, πως οδηγεί τους περισσότερους, στο κυνήγι του χρήματος;

-Η ανασφάλεια και η απληστία. Και φυσικά, η έλλειψη ενός κοινωνικού περιβάλλοντος που να εξασφαλίζει σε όλους ανεξαιρέτως ένα μίνιμουμ οικονομικής σιγουριάς κι ένα μάξιμουμ αγωγής ηθικής, κοινωνικής, σχολικής, καλλιτεχνικής, πνευματικής, με βάση τον αλτρουισμό, την υπευθυνότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη, και την προσήλωση στην ειρήνη. Σε μια κοινωνία ζούγκλας, όπως στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, είναι εύλογο οι άνθρωποι να επιλέγουν να γίνονται τίγρεις, παρά αρνάκια και κότες ελευθέρας βοσκής!

-Συνηθίζετε να βλέπετε μισοάδειο το ποτήρι αντί μισογεμάτο!

-Το αντίθετο! Διότι φανταζόσαστε με όσα έχω περάσει, να ήμουνα και απαισιόδοξος; Βαθιά όμως μέσα μου, νοιώθω πληγωμένος, δεν συμφιλιώθηκα ποτέ με τους άλλους. Οχι πως δεν υπάρχουν έντιμοι άνθρωποι, καλοί και ευγενικοί φίλοι. Ενας όμως κακός να τύχει στο δρόμο σου, φτάνει. Βλέπετε, ο άνθρωπος δεν κρίνει από τους καλούς γύρω του, πάει και κολλάει στον έναν τον κακό! Και δυστυχώς, σήμερα υπάρχουν πολλοί κακοί στη ζωή μας. Επίσης πολλοί άξεστοι και αγενείς. Ανθρώπους τέτοιου είδους έχω συναντήσει στο παρελθόν  ακόμα και σε συναυλίες μου. Την ώρα δηλαδή που διηύθυνα την ορχήστρα, έπαιρνε το μάτι μου κάποιες βαρβαρότητες! Μια δυο φορές είχα βάλει την φωνή, και όλοι ξαφνικά μεταμορφώνονταν σε σκυλάκια! Δεν ήθελα όμως ούτε να δείχνω την δύναμη μου, ούτε να έχω τέτοιο ακροατήριο! Ανθρώπους που σε σέβονται μονάχα όταν βγάζεις νύχια! Ποτέ δεν δεχόμουνα αυτόν τον ρόλο στην κοινωνία. Εβαζα, λοιπόν, τότε κάποιον άλλον να τους κάνει παρατηρήσεις!

-Είχατε δηλώσει, πως υπήρξατε ένα αντικοινωνικό άτομο, από την άποψη ότι από πολύ νωρίς σας αποκαλύφθηκε πλήρως η αβάσταχτη ελαφρότητα των ανθρώπων.

-Εαν δεν υπήρχε η Αντίσταση, πιθανώς να έμενα για πάντα κλεισμένος στο σπίτι μου…Βασικά, συμφιλιώθηκα με τους άλλους μέσα στις φυλακές και τις εξορίες. Στη συνέχεια ήρθε η δεκαετία του 60, με τα τραγούδια και τους Λαμπράκηδες, που με έκανε να δω με εμπιστοσύνη έναν Λαό και μια νεολαία, που η ιστορική φόρτιση, τους είχε κάνει ευγενείς, όπως και τους άλλους της εποχής των δοκιμασιών. Αυτή η αυταπάτη συνεχίστηκε λόγω Χούντας για μια επταετία έως το 1974…Τότε που έσπασα τα μούτρα μου, γιατί και πάλι όλα είχαν αλλάξει, κι εγώ δεν φρόντισα εγκαίρως να αποσυρθώ και να κλειστώ ξανά στον εαυτό μου μιας και η νέα καθημερινότητα που ξανάρχιζε τότε, είχε μέσα της όλα τα στοιχεία που σήμερα κυριαρχούν στη ζωή μας:Την εγωπάθεια, την ελαφρότητα και την χυδαιότητα.

-Τι δεν βλέπετε πια γύρω σας;

-Δεν βλέπω δημιουργία, δεν βλέπω κοινωνική ευθύνη. Οτι γίνεται είναι στον αφρό! Δεν υπάρχει αγωγή και επειδή είμαι φανατικός έλληνας και αγαπώ την πατρίδα μου λυπάμαι πολύ για αυτό! Δεν έχουμε πια αρχές, σε αντίθεση με τους ξένους λαούς, κανείς όσα κι αν έχει προσφέρει, δεν έχει καμμιά αναγνώριση από κανέναν, θα έπρεπε όμως τα νεα παιδιά σήμερα να σκεφθούν, πως αν μπορούν να απολαμβάνουν υλικά αγαθά και ελευθερία, είναι γιατί εμείς τους ανοίξαμε τον δρόμο.

-Εχετε δηλώσει την επιθυμία, όσοι σας μισούν και σας κατακρίνουν, να σας απευθύνονται στον πληθυντικό. Πώς νοιώθετε εσείς, ένας ξεχωριστός δημιουργός και ιδιαίτερα ευαίσθητος άνθρωπος, όταν  είστε αναγκασμένος να ανέχεστε την χυδαιότητα που επικρατεί στην καθημερινότητα μας;

-Από πολύ καιρό, όπως σας είπα και πριν, έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Οταν βγαίνω από το σπίτι μου το κάνω για συγκεκριμμένο σκοπό που δεν με εκθέτει στην καθημερινότητα. Ετσι αποφεύγω τον συγχρωτισμό με αποτέλεσμα η χυδαιότητα να μην με φτάνει. Γιατί διαφορετικά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω…Ισως να έπαιρνα ξανά τα βουνά…

-Από ποιο σημείο και μετά, η κριτική μεταβάλλεται σε διασυρμό; Τι θεωρείται για σας κριτική και τι συκοφαντική δυσφήμιση;

-Νομίζω ότι είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσει κανείς την αντικειμενική κριτική από την προσωπική εμπάθεια. Η πρώτη οπωσδήποτε βοηθάει και τον καλλιτέχνη και το κοινό. Η δεύτερη προσβάλλει τον πρώτο και αποπροσανατολίζει το δεύτερο.

-Έχει ειπωθεί, πως παλιότερα η Αλέξια είχε μετατρέψει τραγούδια σας, όπως Μαρίνα, Περιγιάλι, Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, σε “απερίγραπτες τσιγκολελέτες ανέμελων αρσακειάδων”! Πώς ο Πάριος επιχειρώντας να εντοπίσει τον ερωτικό Θεοδωράκη τον οδήγησε ερμηνευτικώς στις πίστες της παραλίας αναζητώντας το “πνεύμα της καψούρας!” Πώς ο Ρέμος, “μάγεψε με το να προσφέρει μόνο νότες”! Ποιά είναι η δική σας γνώμη για αυτές τις παρατηρήσεις;

-Δεν ασχολούμαι με τα κουτσομπολιά γύρω από τα έργα μου και τους συνεργάτες μου. Άλλωστε, το αποτέλεσμα κρίνει την κάθε προσπάθεια.

-Πιστεύετε πως στις μέρες μας η μουσική κακοποιείται από ευτελή σουξέ και διάττοντες αστέρες;

-Πάντοτε υπήρχε μια μουσική ελαφρά, κυρίως χορευτική, κατάλληλη για να διασκεδάζει ο κόσμος και ιδίως τα νεαρά ζευγαράκια. Μια μουσική για να ξεχνάμε τα βάσανα και τα άγχη της ζωής και να το ρίχνουμε έξω. Είναι μια διαδικασία απαραίτητη σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Όμως, παράλληλα, υπήρχε πάντα και ένα άλλο τραγούδι μιας άλλης μορφής και ενός άλλου περιεχομένου για άλλες στιγμές αναπόλησης, ονειροπόλησης, ψυχικής ευδαιμονίας, ερωτικής μελαγχολίας, ακόμα – ακόμα και ανθρώπινου πόνου. Τραγούδι με λόγια ποιητικά, λυρικά, βαθιά ανθρώπινα και μελωδίες πλατιές, λυρικές, κάποτε σπαρακτικές, που εν τούτοις, χύνουν βάλσαμο στις ευαίσθητες ψυχές. Ας μην μπερδεύουμε λοιπόν αυτά τα δυο είδη. Μπορεί και στα δυό η εξωτερική μορφή να είναι η ίδια. Τραγούδι το ένα, τραγούδι και το άλλο, όμως στην ουσία, οχι μόνο δεν έχει σχέση το ένα με το άλλο, αλλά ανήκουν σε δυο διαμετρικά αντίθετους κόσμους.

-Έχετε σκεφθεί, πως ίσως η μελωδία κινδυνεύει από τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα;

-Ποιός το είπε αυτό; Εγω τουλάχιστον, δεν έχω αντιληφθεί να υπάρχει σήμερα ένα σοβαρό μουσικό ρεύμα και μάλιστα ικανό να ανατρέψει την ουσία, τον πυρήνα, και την καρδιά της μουσικής, χαρακτηριστικά αναλλοίωτα έως σήμερα ανά τους αιώνες. Αλλά και αν υπήρχε, μάταιος ο κόπος του. Το είδαμε και με τους δωδεκαφθογγιστές, που μας ζάλισαν για μερικές δεκαετίες και που σιγά – σιγά εξαφανίζονται.

-Ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει αποκαλέσει τα πολιτικά τραγούδια “τσιτάτα,” καθώς όπως λέει, ποτέ δεν του άρεσε η στρατευμένη τέχνη. Σας ενοχλεί η γνώμη του;

-Εγω υπήρξα πάντοτε και εξακολουθώ να είμαι ένας στρατευμένος πολίτης και κατ΄ επέκτασιν καλλιτέχνης. Το ίδιο νομίζω, ότι είναι και ο Σαββόπουλος, ίσως όμως να μην το γνωρίζει… Αν πάλι με την λέξη “τσιτάτα” εννοεί κομματικά συνθήματα, τότε είναι βέβαιο ότι κάποιους άλλους εννοεί και συμφωνώ μαζί του.

-Έχετε γράψει με εξαιρετικά μυθιστορηματικό τρόπο πέντε βιβλία όπου “ξεφυλλίζετε τα τετράδια της ζωής σας”. Πιστεύετε πώς από την γραφή ζητάμε, όπως λέει ο Ελυάρ, τον σκληρό πόθο του παρατείνεσθαι του επιζήν;

-Πρώτα από όλα, μου αρέσει να αναπολώ τη ζωή μου γιατί με τον τρόπο αυτόν ανασταίνω μέσα μου τα πρόσωπα που αγάπησα και τα γεγονότα που με έπλασαν. Ακολουθεί το ενδιαφέρον μου να αποκαλύψω καταστάσεις της εθνικής μας ζωής, που είτε είναι ξεχασμένες φυσιολογικά, είτε “θαμμένες” από εκείνους τους κύκλους που έχουν συμφέρον να κρύψουν από τις καινούριες γενιές την ιστορική αλήθεια. Αυτό το θεωρώ χρέος απέναντι σε όσους θυσίασαν τα νιάτα τους και κυρίως σε αυτούς που έδωσαν για την Ελλάδα τη ζωή τους. Ο Ελυάρ βλέπετε ήταν γάλλος και η πατρίδα του δεν πέρασε τις καταιγίδες που δοκίμασαν τον λαό μας, από το 1940 εως το 1950 με πολέμους, από το 1950 εως το 1967 με σκληρούς αγώνες, και από το 1967 εως το 1974 με χούντες. Ετσι κι εγώ δεν έχω την πολυτέλεια για τέτοιες εσωτερικές ευαισθησίες και αναζητήσεις.

-Ο Ελύτης έλεγε πως ο θάνατος είναι το ποσοστό συνειδητής ζωής που αφήνει ο άνθρωπος αχρησιμοποίητο. Η δική σας άποψη ποιά είναι;

-Το έχω ήδη πεί στον “Νεκρό Αδερφό”: Ερχόμαστε από το Τίποτα και καταλήγουμε στο Τίποτα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κούκλες… H αιωνιότητα που χορεύει! Με ή χωρίς το κομποσκοίνι

Χρόνια που εγκυμονούν γυμνά τα σώματα τους ουρανούς νεκρούς Μονάχα η λύπη βαθύτερη από κάθε αυγή, μονάχα η λύπη αξεδιάλυτη Το Ισλαμικό κράτος ανέλαβε την ευθύνη για τα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Νίκαια, στην Κωνσταντινούπολη, στο Μόναχο, στο Βίρτσμπουργκ Σε κόκκινο συναγερμό η Ευρώπη, στόχος αλλά και φυτώριο του Εφιάλτη Το[…]

Περισσότερα »

Ο Μαρκαριαν ο πιο κατάλληλος για την Εθνική ομάδα

του Μιχαλη Κατσαφαδου… Τις τελευταίες ημέρες ακούγεται πολύ το όνομα του Σέρχιο Μαρκαριάν για τον πάγκο της Εθνικής μας ομάδας. Πολλοί θα αναρωτηθούν. Τι έχει να προσφέρει ένας 70χρονος πια στο ποδόσφαιρο; Αυτό εξαρτάται από την πορεία του καθενός. Όταν το 2001 ο Ότο Ρεχάγκελ ανέλαβε την Ελλάδα, ήταν 64[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *