11 Ιανουαρίου 1944… Ο φονικός βομβαρδισμός του Πειραιά

του Στέφανου Μίλεση

Κάθε χρόνο στις 11 Ιανουαρίου στο κοιμητήριο της Ανάστασης, ο Δήμος Πειραιώς, τελεί μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των θυμάτων του «συμμαχικού», όπως έμεινε να αποκαλείται, βομβαρδισμού του 1944.

Στις 11 Ιανουαρίου του 1944, σχηματισμός αμερικανικών αεροσκαφών τύπου B17, απογειώθηκαν από την αμερικάνικη τότε βάση της Φότζια Ιταλίας, συνοδευόμενα από αεροσκάφη τύπου Lockheed P 38 Lightning.

Ο αμερικανικός αυτός σχηματισμός έφτασε στον Πειραιά στις 12.35 και στις 13.43 αποχώρησε. Το μεγαλύτερο μέρος των βομβών που έριξε ήταν εμπρηστικές. Όμως δεν ήταν ο μοναδικός βομβαρδισμός του Πειραιά εκείνη την ημέρα! Ακολούθησε στις 19.22 ένας ακόμα που κράτησε έως 21.40′ και ένας τρίτος από 21.57′ έως 23.15′ ώρα. Οι δύο τελευταίοι βομβαρδισμοί πραγματοποιήθηκαν από αγγλικούς σχηματισμούς της RAF.

Η συνολική διάρκεια των βομβαρδισμών ήταν 5 ώρες! Δηλαδή επί πέντε ώρες ο Πειραιάς ο βομβαρδιζόταν ανηλεώς. Η μεγαλύτερη καταστροφή έγινε το πρώτο μισάωρο του πρώτου, του αμερικανικού δηλαδή βομβαρδισμού, καθώς ο κόσμος περπατούσε αμέριμνος στους δρόμους. Εξίσου καταστροφικό υπήρξε και το τελευταίο μισάωρο του τελευταίου νυχτερινού βομβαρδισμού, καθώς όλοι πίστευαν ότι οι βομβαρδισμοί είχαν τελειώσει και είχαν βγει στους δρόμους ξανά, για να προσφέρουν βοήθεια σε εκείνους που ήταν ζωντανοί, αλλά παρέμεναν θαμμένοι κάτω από τόνους ερειπίων.

Θα χρειάζονταν ώρες ατελείωτης περιγραφών για μεταφερθεί με ρεαλισμό η περιγραφή μιας κόλασης που λεγόταν Πειραιάς. Φωνές ανθρώπων που ψυχορραγούσαν όπως και διαμελισμένων ακούγονταν από τα χαλάσματα, ειδικά στα τεράστια σε μέγεθος κτήρια, που φιλοξενούσαν κόσμο, όπως ο ναός της Αγίας Τριάδας που μεταβλήθηκε σε σωρό ερειπίων. Μόνο η πρόσοψη είχε μείνει όρθια. Όμως ο υπόλοιπος ναός είχε μεταβληθεί σε μια φονική παγίδα σε όσους έτρεξαν τελευταία στιγμή να εισέλθουν εντός αυτού.

Ο Ναός της Αγίας Τριάδας
Ο Ναός της Αγίας Τριάδας

Την επόμενη ημέρα τα πτώματα που έβγαλαν ήταν φρικτά παραμορφωμένα καθώς είχαν τεθεί σε μια μακάβρια σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, στο στηθαίο του δρόμου. Ο κόσμος είχε τρέξει μέσα στην εκκλησία αντί ενός καταφυγίου πιστεύοντας ότι στην εκκλησία δεν θα ρίξουνε. Κι έτσι ο ναός βρέθηκε κατάμεστος από κόσμο την ώρα του βομβαρδισμού, λίγα λεπτά μετά το πρώτο συριγμό των σειρήνων.

 Και οι Πειραιώτες την επόμενη ημέρα ρωτούσαν ο ένας τον άλλον.
“Εμείς οι Έλληνες τι φταίξαμε;”
– “Τι τους κάναμε;”
– “Δεν πολεμήσαμε μαζί τους; Δεν βλέπουν ότι αγωνιζόμαστε να επιζήσουμε σαν φυλή και ως Έθνος, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά; Γιατί μας σκοτώνουν άραγε οι λεγόμενοι “σύμμαχοι” και “ελευθερωτές” μας;”

Άλλο ένα θλιβερό άκουσμα, ήταν ο βομβαρδισμός του καταφυγίου της «Ηλεκτρικής» εταιρείας, στο οποίο είχαν καταφύγει μαθήτριες της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής του Δήμου Πειραιά, που μαζί με τις καθηγήτριες έτρεξαν να βρεθούν στην αγκαλιά που υποτίθεται ότι προσέφερε ένα πιστοποιημένο καταφύγιο! Δυστυχώς όλα τα καταφύγια του Πειραιά, είχαν κατασκευαστεί την περίοδο 1937 με 1939, με προδιαγραφές ενός πολέμου που ανήκε πλέον σε άλλη εποχή. Η θανατηφόρος πρόοδος των μέσων είχε αλλάξει δραματικά μέσα σε λίγα μόλις χρόνια. Τα προπολεμικά καταφύγια είχαν πάψει να προσφέρουν την όποια ασφάλεια μπορούσαν.

Η βόμβα που έπεσε πάνω στο καταφύγιο της “Ηλεκτρικής” κατεδάφισε και όλα τα γύρω κτίσματα τα ερείπια των οποίων καταπλάκωσαν το καταφύγιο. Η έξοδος φράχτηκε και τα δυστυχισμένα κορίτσια άρχισαν να ουρλιάζουν καθώς το οξυγόνο τους τελείωνε. Οι φωνές ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση γύρω από το καταφύγιο επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου (σημερινή Ηρ. Πολυτεχνείου). Όλοι έτρεξαν να προσφέρουν βοήθεια. Και ενώ όλοι έσκαβαν με αξίνες, ακολούθησε ο δεύτερος βομβαρδισμός και μετά το τρίτος! Οι διασώστες είτε σκοτώθηκαν είτε παραιτήθηκαν από την προσπάθεια. Έτσι 21 μαθήτριες μαζί με τις δασκάλες τους πέθαναν από ασφυξία! Όμως ο θάνατος υπήρξε λύτρωση καθώς μέχρι να επέλθει μανάδες, αδέλφια και παιδιά έσκαβαν με τα χέρια φωνάζοντας τα ονόματα των αγαπημένων τους κοριτσιών, των θαμμένων ζωντανών νεκρών.

Όλη τη νύχτα οι γονείς πάνω από τον «τάφο» του καταφυγίου επικοινωνούσαν με τα κορίτσια τους, φωνάζοντας και οι ίδιοι βοήθεια. Μα ποια βοήθεια άραγε; Ποια βοήθεια θα μπορούσαν να προσφέρουν οι υπόλοιποι, αφού κι αυτοί έσκαβαν αλλού για τους δικούς τους ανθρώπους.

 Όπως ήταν φυσικό χιλιάδες Πειραιώτες σχημάτισαν πομπές βομβοπλήκτων καθώς φοβούμενοι κι άλλο βομβαρδισμό ανέβαιναν στην Αθήνα. Αλλά και μετά το κακό της 11ης Ιανουαρίου οι επόμενες μέρες δεν πέρασαν εύκολα σε όσους σώθηκαν. Τραγωδία, ερήμωση, εγκατάλειψη. Το χειρότερο όλων είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον σειρήνες να ηχήσουν συναγερμό. Έτσι σε κάθε φήμη περί συναγερμού όλοι τρέχουν σαν τρελοί. Χωρίς να ξέρουν που πάνε. Όλοι γνωρίζουν ότι οι σειρήνες είναι χαλασμένες και κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια.  

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι πρώτες αναφορές που συνετάχθησαν από την επομένη κιόλας ημέρα, αδυνατούσαν να καταγράψουν το σύνολο της καταστροφής. Είτε παραποιούσαν τους αριθμούς εξαιτίας του πανικού προς τα πάνω, είτε κυρίως δεν υπολόγιζαν τους 3.500 τραυματίες που πάνω στον πανικό διακομίστηκαν χωρίς να καταγραφούν οπουδήποτε μπορούσε να τους δοθεί μια βοήθεια. Όταν στη συνέχεια μετά από καιρό οι τραυματίες υπέκυπταν στα τραύματά τους, καταγράφονταν ως απώλειες πολέμου όχι όμως ως νεκροί του «συμμαχικού» βομβαρδισμού. Επίσης θάβονταν στα κοιμητήρια των νοσοκομείων που άφηναν την τελευταία τους πνοή και όχι στο κοιμητήριο της “Ανάστασης”. Αυτό και μόνο το γεγονός μας δίνει τον λανθασμένο αριθμό των 492 θυμάτων, αφού τόσοι εμφανίζονται ως νεκροί του βομβαρδισμού, στο κοιμητήριο της “Ανάστασης” από την καταμέτρηση στο ταφολόγιό του. Οι 492 αυξάνονται και δίνουν τον αριθμό των 700 περίπου νεκρών εξαιτίας του “συμμαχικού” βομβαρδισμού.

Για να καταλάβουμε το πόσο λάθος είναι ο υπολογισμός των νεκρών, είναι αρκετό να αναφερθεί ότι μέχρι τα μεσάνυχτα της 12ης Ιανουαρίου είχαν ανασυρθεί από τα ερείπια τόσοι νεκροί, που τα πτώματα προχείρως απλωμένα επί των οδοστρωμάτων της πόλης ξεπερνούσαν τα χίλια! Σε αυτούς ουδέποτε υπολογίστηκαν άλλοι 500 που νοσηλεύονταν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση στα νοσοκομεία του Πειραιά και στου Σαπόρτα, ενώ άλλοι 258 καταγράφηκαν ως βαριά τραυματισμένοι σε διάφορα νοσοκομεία των Αθηνών. Επίσης παρέμεινε άγνωστος ο αριθμός των εισαχθέντων σε ιδιωτικές κλινικές και των δύο πόλεων που με πρόχειρους υπολογισμούς προσέγγιζε τους δύο χιλιάδες! Τότε οι κλινικές ήταν πολλές και στον Πειραιά και στην Αθήνα, περισσότερες από ότι είναι σήμερα. Συνεπώς ο αριθμός των νεκρών που μεταγενέστερα άφησαν την τελευταία τους πνοή προερχόμενοι από την τεράστια δεξαμενή των 3.500 τραυματιών, ουδέποτε καταμετρήθηκε. 

Ήδη στις 13 Ιανουαρίου στις 9.30 το πρωί, έγινε στο Νεκροταφείο Αναστάσεως η πρώτη κηδεία των φονευθέντων Πειραιωτών. Δεν θα ήταν μόνο αυτή, αφού το επόμενο διάστημα καθημερινά θα τελούνται όμοιες κηδείες. Και όχι μόνο στο κοιμητήριο της Ανάστασης όπως πολλοί μέχρι σήμερα πιστεύουν. Αλλά σε όλα τα κοιμητήρια του λεκανοπεδίου της Αττικής! Οι διακομισθέντες τραυματίες στα διάφορα νοσοκομεία εκτός Πειραιά, όταν στη συνέχεια έχαναν τη μάχη της ζωής, θάβονταν στα κοιμητήρια της περιφέρειας των νοσοκομείων, πολλές φορές χωρίς κάποιος να γνωρίζει τα στοιχεία τους. Αυτό στη συνέχεια έκανε τον υπολογισμό των θυμάτων σχεδόν αδύνατο. Σε κάθε κηδεία στο κοιμητήριο της «Ανάστασης» διαδραματίζονται τραγικές στιγμές, καθώς χιλιάδες ήταν οι συγγενείς των κηδευομένων που είχαν προσέλθει για να τους θρηνήσουν.

Εκτός όμως από αυτούς, μια άλλη συγκέντρωση ακόμα μεγαλύτερη είχε σχηματιστεί ώρες πριν την έναρξη της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ήταν χιλιάδες άλλοι που αναζητούσαν ανάμεσα στους νεκρούς, τους δικούς τους συγγενείς, που από την ώρα του βομβαρδισμού και μετά αγνοούσαν τη τύχη τους. Τα πτώματα των θυμάτων ήταν αραδιασμένα σε ολόκληρες σειρές σχηματίζοντας μακρούς διαδρόμους ανάμεσά τους. Σε αυτές τις οδούς της θλίψης περπατούσε με αγωνία ο κόσμος ελπίζοντας να μην αναγνωρίσει κάποιον δικό τους αγνοούμενο.

Μέχρι τις 13 Ιανουαρίου ο αριθμός των πτωμάτων και των θυμάτων ήταν πάλι ανεξακρίβωτος, ωστόσο ο αριθμός τους υπερέβαινε τους χίλιους. Ελάχιστα τα ονόματα των τραυματιών που έχουν ανακοινωθεί. Κι αυτό καθώς μόνο εκατό τραυματίες από τους συνολικά 3.500 διακομίστηκαν σε νοσοκομεία με οχήματα δημόσιων αρχών, που στο σύνολό τους τότε έφταναν τα δεκαπέντε. Μόνο όσοι διακομίζονταν σε κρατικά νοσοκομεία με αυτά τα 15 νοσοκομειακά οχήματα καταγράφονταν. Πώς να βρεθούν άλλωστε περισσότερα οχήματα σε μια χώρα που δεν είχε κρατική οντότητα; Οι περισσότεροι τραυματίες φορτώθηκαν σε καρότσια και διακομίστηκαν όπου μπορεί να φανταστεί κανείς. Πολλοί πήγαν στους σταθμούς Α’  Βοηθειών, ενώ άλλοι επέστρεψαν σε άσχημη κατάσταση στα σπίτια τους. Εξήντα τραυματίες στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και μερικοί άλλοι στον Ευαγγελισμό και στο Λαϊκό.

Τις επόμενες ημέρες οι εφημερίδες θα γεμίσουν με αγγελίες όπως: «Κατά τον βομβαρδισμό της 11-1-1944 εξηφανίσθησαν οι Β.Η. και Ν.Μ… (ακολουθούσε περιγραφή ρούχων). Όποιος μας υποδείξει που ευρίσκονται δια την ανεύρεση των πτωμάτων τους ή το μέρος που κατέφυγαν αμειφθήσεται με δραχμάς 4 εκατομμυρίων» ή «Παρακαλείται ο γνωρίζων τι περί της τύχης του οκταετούς Ν.Τ. επιβάτη του τροχιοδρόμου που την ώρα εκείνη… θα κάνουν πράξη θεάρεστο».

Ωστόσο οι περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του Πειραιά, είχαν αναχωρήσει εκτός πόλης είτε διότι το σπίτι τους είχε καταστραφεί, είτε λόγω φόβου. Σε πολλές περιπτώσεις εκείνοι που αναχωρούσαν, άφηναν πίσω τους πεθαμένα οικεία πρόσωπα χωρίς να έχουν διάθεση να κάνουν τις απαραίτητες ενέργειες δήλωσης, όχι μόνο για να μην επιστρέψουν το δελτίο συσσιτίου τους, αλλά και από το φόβο νέου βομβαρδισμού.

Σε κάθε περίπτωση οι Πειραιώτες που αναχώρησαν ήταν αυτοί που διέθεταν την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσουν ένα σπίτι αλλού, σε ένα μέρος που θα τους παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Τότε ήταν που ο αστικός πληθυσμός του Πειραιά έφυγε δια παντός και ουδέποτε επέστρεψε. Στον Πειραιά από το 1944 και ύστερα, θα παραμείνει μόνο ο εργατικός πληθυσμός της πόλης, εγκλωβισμένος χωρίς να έχει τη δυνατότητα μετεγκατάστασης.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, υπέργηροι άνθρωποι, επισκέπτονταν τον Πειραιά με την ευκαιρία κάποιας εκθέσεως ή άλλου γεγονότος και με μια σύντομη αλλά περιεκτική ομολογία έλεγαν: «Είμαι από τον Πειραιά, αλλά έφυγα τότε με τους βομβαρδισμούς…».

Σα να μην έφτανε η συμφορά που έπληξε τον Πειραιά, στις 14 Ιανουαρίου ένας χιονιάς πλάκωσε άγριος, που ξεκίνησε το πρωί με χιονόνερο και τελείωσε το βράδυ με θανατερά παγωμένη ξαστεριά. Η 14η Ιανουαρίου υπήρξε η πλέον παγερή ημέρα του 1944 και σε αρκετές περιοχές του λεκανοπεδίου έπεσε χιόνι. Στις 15 Ιανουαρίου πολλά σχολεία της πόλης δεν λειτούργησαν καθώς είχαν επιταχθεί για την εγκατάσταση βομβοπλήκτων Πειραιωτών.

Στις 17 Ιανουαρίου το χιόνι έπεφτε παντού σε όλες τις συνοικίες, σε όλες τις γειτονιές. Οι δρόμοι όπως και οι στέγες των σπιτιών ήταν στα λευκά, αλλά και οι λόφοι και τα βουνά του ορίζοντα όπως διακρίνονταν από τον Πειραιά ήταν λευκά. Μόνο τα παιδιά των σπιτιών που είχαν βγει ακέραια από αυτή την συμφορά, βγήκαν στους δρόμους να παίξουν λίγο με το χιόνι. Αντιθέτως όλοι οι υπόλοιποι μόλις ξημέρωσε υποδέχθηκαν τη μέρα με την ίδια σχεδόν κουβέντα «Αυτό τώρα μας έλειπε». Χιόνι τέτοιας πυκνότητας είχε να πέσει σε Πειραιά και Αθήνα από το 1934! Και έπεσε αμέσως μετά το μεγάλο βομβαρδισμό!  

*Προέδρου Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πειραϊκές Ιστορίες: Η ιστορία του «Τινάνειου» Κήπου

Του Στέφανου Μίλεση* Μια έκταση που απλωνόταν, σχεδόν αναξιοποίητη, μεταξύ της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σπυρίδωνα, μετέτρεψαν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι σε κήπο, την εποχή που κατέλαβαν τον Πειραιά, το 1854, υπό την διοίκηση του Ναυάρχου Τινάν. Έκτοτε αυτός ο κήπος, έμεινε να ονομάζεται «Τινάνειος», θυμίζοντας διαχρονικά ότι[…]

Περισσότερα »

Πειραϊκές ιστορίες: Στον όρμο του Λουβιάρη  

Του Στέφανου Μίλεση*… Ένας κόλπος στην Πειραϊκή Ακτή, που σχηματίζει ένα τέλειο παραλληλόγραμμο, επικράτησε μέχρι σήμερα να αποκαλείται “Σκαφάκι”.  Ωστόσο αν ανατρέξουμε ακόμη παλαιότερα, πριν ακόμη ο όμορφος κόλπος γίνει γνωστός με αυτές τις ονομασίες, καλείτο “Λιμανάκι του Λουβιάρη” ή “Όρμος του Λουβιάρη”, που χάριν συντομίας μετατράπηκε σταδιακά “στου Λουβιάρη”. Ο Λουβιάρης κατά τον[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *