Έργα της ανατολίτικης ζωγραφικής και οι βυζαντινοί αγιογράφοι

Του Φ. Κόντογλου (apostoliki-diakonia.gr)

Η αγιογραφία είναι η ζωγραφική που κάνει θρησκευτικά ήγουν πνευματικά έργα, γι’ αυτό και ξεφεύγει από τη λεγόμενη φυσικότητα που είναι ένα μοιάσιμο μάταιο κι’ άσκοπο της φύσης, όπως κ’ η πίστη ξεφεύγει από τα φυσικά όντα, ένα χάρισμα υπερφυσικό.

Οι πολλοί θαρούνε πως το φυσικό είναι ένα με τ’ αληθινό, ενώ δεν είναι η φυσικότητα είναι η ξώπετση και περαστική όψη σε κάθε πράγμα, ενώ η αληθινή και βαθειά ουσία του βρίσκεται παραμέσα, στα βαθειά και δεν ειμπορεί να παρασταθεί με το να βάζουμε στη ζωγραφιά με ελαφράδα τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει στη μηχανή το σαρκικό μάτι μας, αλλά με το να βρίσκουμε και να αποτυπώνουμε τα σχήματα και τα χρώματα που βλέπει το πνευματικό μάτι μας και που ξεσκεπάζουνται μοναχά στην ψυχή που ζει αληθινά πνευματικά, δηλαδή θρησκευτικά.

Η πνευματική αίσθηση δεν είναι αυτή που λέμε για κάθε τι που είναι μεν σαρκικό, πλην εκλεπτυσμένο, αλλά είναι κάποια μυστική λειτουργία πολύ πιο σπάνια απ’ ό,τι θαρούμε κι’ ολότελα ακατανόητη για τον σαρκικό άνθρωπο, που είναι αναίσθητος στ’ αληθινά πνευματικά, ήγουν χωρίς μυστικισμό.

Τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής είναι έργα πνευματικά

Τα έργα της ανατολίτικης ζωγραφικής, που τη λένε βυζαντινή, είναι έργα πνευματικά,γιατί οι τεχνίτες που τα κάνανε είχανε αυτή την πνευματική αίσθηση, και μπορέσανε να εκφράσουνε με υλικά μέσα, με σχήματα και με χρώματα, κάποια πράγματα πνευματικά, για τούτο αυτά τα σχήματα και τα χρώματα κι’ ο τρόπος που είναι συνταιριασμένα δεν έχουνε τούτη τη στενή και μηχανική φυσικότητα, αλλά την βαθύτερη ουσία της αλήθειας, κ’ είνε όλα μυστικά, και αναγωγικά στην πνευματική, στην αληθινή αλήθεια.

Αυτά τα έργα της ανατολίτικης αγιογραφίας δεν είναι άσκοπα και νεκρά αλλά δίνουνε τροφή πνευματική σ’ όποιον έχει αίσθηση πνευματική και νοιώθει την αλήθεια της θρησκείας του Χριστού που είναι κρυμμένη μέσα σε μυστήριο: για τούτο είναι απλά και σταθερά στον αιώνα. Ο νοών νοήτω.

Λοιπόν οι δικοί μας ορθόδοξοι αγιογράφοι ζωγραφίζουνε την Ανάσταση μ’ αυτόν τον πνευματικό τρόπο, ενώ οι δυτικοί ζωγράφοι τη ζωγραφίζουνε με τρόπο σαρκικό και αντιπνευματικό, γιατί τους λείπει η αίσθηση η πνευματική.

Κι’ αυτοί που το νοιώθουνε χωρίζουνται σε πνευματικούς και σε σαρκικούς. Μα κ’ εμείς ξεπέσαμε εξ αιτίας της απιστίας, κ’ επειδή στομώθηκε μέσα μας ο πνευματικός άνθρωπος, κι’ από πνευματικοί γενήκαμε κ’ εμείς σαρκικοί, δηλαδή νεκροί, γιατί όποιος δεν ζει και δεν αισθάνεται πνευματικά, είναι πεθαμένος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη.

Η πνευματική αίσθηση βγαίνει από το συμμάζεμα της καρδίας, ή από τον πόνο της ψυχής κι’ από την ταπείνωση του νου. Μ’ αυτόν τον τρόπο η ψυχή βρίσκει το μυστικό μονοπάτι που πηγαίνει μέσα στα έγκατα του ανθρώπου. Αλλά πάλι ξεστράτισα από τη σειρά της ομιλίας μου.

Λοιπόν την Ανάσταση τη ζωγραφίζουνε οι βυζαντινοί αγιογράφοι χωρίς εκείνες τις θεαματικές φαντασμαγορίες που ζωγραφίζουνε οι δυτικοί ζωγράφοι. Αλλά με αυστηρότητα, με ταπεινό και σοβαρό πνεύμα που έχει ωστόσο κάποια θριαμβευτική πνοή, πλην ξένη ολότελα από την ανόητη ματαιοδοξία των κοσμικών θριάμβων.

«εἰς Ἅδου κάθοδον»

Την Ανάσταση την λένε τις περισσότερες φορές «εἰς Ἅδου κάθοδον». Κατά την Ερμηνεία των ζωγράφων η υπόθεσις της Αναστάσεως παριστάνεται κατά τούτον τον τρόπο:

«Όρη και βουνά και υπ’ αυτά σπήλαιον σκοτεινόν, και άγγελοι αστράπτοντες δένουσι με αλύσεις Βεελτζεβούλ τον άρχοντα του σκότους και τους μετ ‘ αυτών δαίμονας κατασχίζουν, τύπτουν και διώκουν και κλειδονίας πολλάς καταθλασμένας και αι πύλαι του ’δου ερριμέναι συν τοις μοχλοίς, και ο Χριστός επ’ αυτών κατακρατεί τον Αδάμ με την δεξιάν του και την Εύαν με την αριστεράν ο δε Πρόδρομος εκ δεξιών του Χριστού δεικνύει αυτόν· και ο Δαυίδ πλησίον αυτού ως και άλλοι βασιλείς με στέμματα και στέφανα · αριστερά δε οι προφήται Ιωάννης, Ησαΐας, Ιερεμίας και ο δίκαιος ’βελ και άλλοι διάφοροι εστεφανωμένοι · φως δε μέγα κύκλω αυτών και αγγέλων πλήθος».

Ο Χριστός παριστάνεται τυλιγμένος με ένα ιμάτιον εύρυπτυχον ανεμιζόμενον απάνω από την κεφαλή του, πατώντας με ορμή απάνω στις καστρόπορτες του ’δου που κείτουνται σπασμένες. Τα χέρια του και τα πόδια του είναι τρυπημένα από τα καρφιά του σταυρού.

“Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς”

Σε άλλες εικόνες της Ανάστασης, που είναι πιο αρχαίες, ο Χριστός βαστά με το δεξί χέρι τον σταυρό και με τ’ αριστερό τραβά τον Αδάμ από το μνήμα, ενώ η Εύα είναι γονατισμένη με τα χέρια της τεντωμένα στον λυτρωτή. Σε άλλες εικόνες ο Χριστός πατά απάνω στον ’δη που κοίτεται προύμιτος κι’ αλυσοδεμένος μέσα στα σκοτεινά καταχθόνια.

Ανάμεσα στους δικαίους, που στέκουνται από τις δυό μεριές του Χρίστου, είναι κι’ ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, κατά τον υμνωδό που λέγει πως μαρτύρησε πριν από τον Χριστό «ἵνα καί τοῖς ἐν Ἅδῃ τοῦ Σωτήρος κηρύξη τήν ἔλευσιν», όπως κήρυξε τον ερχομό Του στον απάνω κόσμο. Κ’ οι προφήτες παραστέκουνται γιατί προφητέψανε την ανάσταση, κι’ ο ’βελ ωσάν που στάθηκε ο πρώτος αδικοσκοτωμενος μάρτυρας.

Κι’ οι κλειδαριές οι σπασμένες και τα μάνταλα δείχνουνε τις καταραμένες αμπάρες που βαστούσανε σφαλισμένες τις ψυχές μέσα στο σκοτεινό βασίλειο του Χάρου, κατά το τροπάρι που λέγει: «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων, Χριστέ».

Βλέπεις πως οι αγιογράφοι παίρνανε έμπνευση από την αγιογραφία· γιατί στην ορθοδοξία τα έργα της κάθε τέχνης είναι υπομνήματα στο Ευαγγέλιο, κι’ όχι άσκοπα εφευρήματα της φαντασίας.

Άλλο τροπάρι που θυμίζει την εικόνα της Ανάστασης είναι και τούτο: «Τήν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς συνεχόμενοι δεδορκότες πρός τό φῶς ἠπείγοντο, Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον».

Η ίδια η εικόνα της Ανάστασης, όπως τη ζωγραφίζανε οι ορθόδοξοι αγιογράφοι, θαρείς πως είναι με λόγια ζωγραφισμένη στο τροπάρι που ψέλνουνε μικροί μεγάλοι: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

“Πολιτισθήκαμε τάχα και ευρωπαϊσθήκαμε…”

Που τις βρήκανε λοιπόν τις σημαίες και τα μπαϊράκια που βάζουνε να βαστά ο Χριστός; Αυτά τα εφεύρανε οι ζωγράφοι της δύσης που τα κάνανε όλα κατά τη μικρόλογη φαντασία τους και που αγαπούσανε αυτά τα θεατρικά, και βάλανε έναν κρίνο στο χέρι του αρχάγγελου Γαβριήλ που πήγε στην Παναγία, κάτι γύρους σαν τσέρκια καθισμένα απάνω στα κεφάλια των άγιων, μια καρδιά με αχτίνες κολλημένη στο στήθος του Χριστού, δαχτυλίδια στο χέρι της αγίας Αικατερίνας, μαντολίνα και κιθάρες στα χέρια των αγγέλων, κ’ ένα σωρό άλλα τέτοια φτηνά στολίδια, ανάξια για τη βαθεία θρησκεία του Χριστού, κι’ εμείς που δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, τώρα τελευταία, που πολιτισθήκαμε τάχα κ’ ευρωπαϊσθήκαμε, βάλαμε στις εκκλησίες μας αυτές τις άνοστες χαλκομανίες μαζί με τις ανάλατες μοντέρνες μουσικές, (αυτά πάνε συνέχεια), κι’ αφήσαμε τα πατρογονικά μας που ήτανε βαθειά κι’ αληθινά, και γινήκαμε παπαγάλοι και μαϊμούδες, και καμαρώνουμε γιατί πετάξαμε τα διαμάντια και στολισθήκαμε με τις χάντρες που βάζουνε στα άλογα, φτάνει πως είνε καμωμένες στην Ευρώπη.

Οι δυτικοί ζωγράφοι

Οι δυτικοί ζωγράφοι ζωγραφίζουνε τον Χριστό να αναστήνεται από τον τάφο γυμνός και επιδειχτικός σαν να αλαλάζει, καλοχτενισμένος, με παχουλό και ροδαλό κορμί όπως τον άνθρωπο που έκανε μπάνιο. Βαστά στο χέρι του μια σημαία και το άλλο το σηκώνει ψηλά ή σηκώνει και τα δυό του τα χέρια απάνω. Ένας άγγελος ασπροντυμένος κι’ ανέκφραστος, σαν νοσοκόμα, κάνει πως κυλά την ταφόπλακα.

Πεντέξη στρατιώτες κάνουνε κάτι προσποιητές χειρονομίες σαν θεατρίνοι, πως τάχα τους έπιασε φόβος. Το πρόσωπο του Χριστού είναι γαλατένιο, με τριανταφυλλιά μάγουλα σαν καλοφαγωμένη γυναίκα, με κάτι ψεύτικα κι’ αταίριαστα γένεια. Πίσω ο ουρανός είναι σαν κάρτποσταλ με σύννεφα ζωγραφισμένα από κάποιο βασίλεμα εκ του φυσικού.

Μ’ αυτά τα πράγματα θέλουνε να παραστήσουνε τον κόσμο της αθανασίας και της αλήθειας που μας έδειξε ο Χριστός, με καλοθρεμένα κορμιά, με αγγέλους να φοράνε κολλαρισμένα ρούχα, με θεατρίνους και με κρεπούσκουλα του κινηματογράφου.

Εξαίσιες εικόνες της Ανάστασης

Οι βυζαντινοί αγιογράφοι φιλοτεχνήσανε εξαίσιες εικόνες της Ανάστασης με την αποκαλυπτική απλότητα της αλήθειας, κι’ όχι θεατρικές σκηνοθεσίες.

Απ’ αυτές τις εικόνες, άλλες είναι ζωγραφισμένες σε σανίδια κι’ άλλες στον τοίχο, και λιγοστές καμωμένες με ψηφία. Με ψηφία είναι του Δαφνιού, του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής της Χίου. Του Δαφνιού είναι μαστορική, μα του Οσίου Λουκά και της Νέας Μονής είνε πιο θρησκευτικές. Του Οσίου Λουκά, είναι δογματική και λιγοπρόσωπη.

Απ’ όσες εικόνες είναι στον τοίχο ιστορημένες, ξεχωρίζει η Ανάσταση που είναι ζωγραφισμένη στην Περίβλεπτο του Μύστρα, μια άλλη που βρίσκεται στην Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας, μια άλλη που ζωγράφισε ο Πανσέληνος, στο Πρωτάτο στ’ ’γιον Όρος, καθώς κ’ η Ανάσταση της μονής Βατοπεδίου στο Όρος, οι μεγάλες τοιχογραφίες που κάνανε οι φημισμένοι κρητικοί ζωγράφοι στα αγιορίτικα μοναστήρια της Λαύρας, του Διοχειαρίου, του Διονυσίου και στη Μολυβοκκλησιά, δυό τοιχογραφίες καμωμένες από τον Φράγκο Κατελάνο τον εκ Θηβών στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου της Λαύρας στ’ ’γιον Όρος και στα Μετέωρα στο μοναστήρι της Μεταμόρφωσης το λεγόμενο του Μεγάλου Μετεώρου, έργο των ιδίων Κρητικών αγιογράφων που φτιάξανε τα έργα της μονής του Διονυσίου ή του Διοχειαρίου.

Μια και σε κάθε παλιά εκκλησιά της Ελλάδας είναι ζωγραφισμένη η Ανάσταση στον ίδιο τύπο, κατά τα χρόνια που βασιλεύανε οι Τούρκοι, όπως στην Καισαριανή, στα ερημοκκλήσια του Μαρουσιού, του Λιόπεσι, του Μαρκόπουλου, στη Σαλαμίνα, τα περισσότερα έργα του Γεωργίου Μάρκου, στον Μοριά τα έργα των Μόσχων, του Κακαβά, του Παιδιώτη του Κρητός κ.ά.

Στα νησιά δεν βρίσκουνται τοιχογραφίες αλλά βρίσκουνται εικονίσματα της Ανάστασης ζωγραφισμένα σε σανίδι, έργα του Δαμασκηνού στην Κρήτη, του Τζάνε, του Βίκτορος, του Λαμπάρδου κ.α. στα Ερημόνησα, των Σκορδίληδων στη Μήλο και στη Σίφνο.

Στην Εύβοια βρίσκουνται λαμπρές εικόνες της Ανάστασης ιστορημένες στον τοίχο, όπως στον Οξύλιθο, στο Μοναστήρι Γαλατάκι, στη Χρυσοκαστυλλιώτισσα κοντά στο κοντά στο κάστρο των Φύλλων, στον ’γιο Γιώργη τον Αρμά, στις Λεύκες κ. ά. Μαστορικές εικόνες της Ανάστασης βρίσκονται στορημένες και μέσα σε χειρόγραφα βιβλία στα μοναστήρια του Βατοπεδιού, της Λαύρας και των Ιβήρων, καθώς κ’ άλλες δουλεμένες στο ασήμι ή στο μάλαμα απάνω στα καπάκια τους στολισμένες.

Φ. Κόντογλου -5 μελετήματα για τον πεζογράφο καί τον καλλιτέχνη, 
εκδ. Κριτικών φύλλων, επιμ. Ι. Μ. Χατζηφώτη,

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πειθαρχικές ευθυνές στο διευθυντή της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων

Τη διενέργεια ελέγχου για την αναζήτηση πειθαρχικών ευθυνών του διευθυντή της Γαλακτοκομικής Σχολής Ιωαννίνων παρήγγειλε ο αναπληρωτής υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης Βαγγέλης Αποστόλου, μετά και τις χθεσινές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «Δήμητρα» σχετικά με την υπόθεση εξαφάνισης του 20χρονου Βαγγέλη Γιακουμάκη. Παράλληλα, προχωρά και στην αναστολή της[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *