Γεώργιος Καραϊσκάκης: Η πολεμική δράση και ο θάνατος του στον Πειραιά

του Θοδωρή Ασβεστόπουλου

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, την Κυριακή των Βαΐων του 1826, ο ένας απ’ τους στρατηγούς της πολιορκίας, ο Ιμπραήμ, επέστρεψε στην Πελοπόννησο, ο έτερος, ο Κιουταχής, κατευθύνθηκε στην Αθήνα.

Στις 3 Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή του Κιουταχή  φτάνει στα Πατήσια, ενώ στις 16 του μηνός φτάνει κι ο ίδιος. Στις 3 Αυγούστου καταλαμβάνει την Αθήνα και πολιορκεί τους Έλληνες, που είναι κλεισμένοι στην Ακρόπολη με αρχηγό τον Γιάννη Γκούρα.

Η Κυβέρνηση στο Ναύπλιο ψάχνει να βρει τον στρατιωτικό ηγέτη που θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή, για να κρατηθεί η Αθήνα και να μη σβήσει η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα.

Όλοι στρέφονται στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, που χάρη στις ικανότητες, την παλικαριά του και την αδούλωτη ψυχή του έφτασε να γίνει απ’ τους πρώτους του Αγώνα.

Ο Καραϊσκάκης αναλαμβάνει τον Αγώνα στην ανατολική Στερεά

Στις 20 Ιουλίου 1826 ο Καραϊσκάκης παίρνει την κυβερνητική εντολή και με 600 διαλεγμένους άντρες φεύγει από το Ναύπλιο κι έρχεται στη Σαλαμίνα.

Εκεί του υπέδειξαν την περιοχή του Πειραιά, σαν κατάλληλο τόπο για τη δημιουργία ενός προγεφυρώματος στην ηπειρωτική Αττική.

Παίρνει ένα καΐκι και στις 31 Ιουλίου έρχεται με 20 άντρες για μια αναγνώριση του Πειραιά. Πέφτει όμως πάνω σε μια τούρκικη περίπολο που ενέδρευε και μόλις προλαβαίνει να γλιτώσει. Επτά σύντροφοι του μένουν στα χέρια των Τούρκων και σκοτώνονται.

Ύστερα από αυτό το επεισόδιο περνάει απέναντι στην Ελευσίνα και στήνει εκεί το στρατόπεδο του. Στις 6 Αυγούστου επιχειρεί μια διείσδυση στον κάμπο της Αθήνας από τη διάβαση του Δαφνίου και δίνει αμφίρροπη μάχη στο Χαϊδάρι.

Στις 10 Αυγούστου συναντιέται με τον ίδιο τον Κιουταχή, πάνω στη ναυαρχίδα του Γάλλου Στόλαρχου της Ανατολικής Μεσογείου Ανρύ  Δεριγνύ, που βρίσκεται στο Αμπελάκι της Σαλαμίνας.

Ήταν μία συνάντηση, που έδειχνε το ενδιαφέρον που είχε κάθε μεγάλη δύναμη, για την ευνοϊκότερη προς το συμφέρον της έκβαση της Επανάστασης.

Ο Κιουταχής από την συζήτηση με τον Καραϊσκάκη, καταλαβαίνει την πίστη και την προσήλωσή του Έλληνα οπλαρχηγού στον απελευθερωτικό Αγώνα και κάποιες ελπίδες που έτρεφε για συνεννόηση μαζί του εξανεμίζονται.

Μετά από αυτή τη συνάντηση ο Καραϊσκάκης, μπροστά στο γεγονός της στρατιωτικής υπεροχής των Τούρκων στο πεδινό έδαφος γύρω στην Αθήνα, άρχισε να σκέπτεται πως θα βρει τρόπο να τον αποκόψει από τις γραμμές εφοδιασμού του και να τον φθείρει σταδιακά μέσα στον άνυδρο κάμπο της Αθήνας.

Αποφασίζει λοιπόν να κάνει μια αστραπιαία εκστρατεία στην ενδοχώρα της Ρούμελης για να καταστρέψει τις τούρκικες βάσεις και να διαλύσει το σύστημα ανεφοδιασμού του Κιουταχή. Προτού όμως φύγει, σχεδιάζει τρεις επιχειρήσεις, για διάσπαση του κλοιού των Τούρκων γύρω από την Ακρόπολη και ενίσχυση των πολιορκημένων.

Η πρώτη προσπάθεια στις 12 Σεπτεμβρίου 1826, από 200 Επτανήσιους με αρχηγό το Γεράσιμο Φωκά αποτυγχάνει. Η δεύτερη στις 11 Οκτωβρίου, από 400 αγωνιστές με αρχηγό το Νικόλαο Κριεζή, ξεκινώντας από τον Πειραιά πετυχαίνει και ανεβαίνουν στην Ακρόπολη. Η τρίτη στις 30 Νοεμβρίου, από 540 Έλληνες και ξένους Φιλέλληνες με αρχηγό το Γάλλο συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο, ξεκινώντας απ’ το Φάληρο, πετυχαίνει επίσης να ανέβουν στην Ακρόπολη.

Στο μεταξύ, στις 30 Σεπτεμβρίου τη νύχτα, μια τούρκικη σφαίρα χτυπάει στο κεφάλι τον Γκούρα και τον ρίχνει νεκρό στα Προπύλαια, κοντά στο μέρος που πριν 15 μήνες είχε δολοφονηθεί με διαταγή του ο Ανδρούτσος.

Μετά το θάνατο του Γκούρα, τη διοίκηση των πολιορκημένων της Ακρόπολης ανέλαβε μια τετραμελής επιτροπή υπό τον Γιάννη Μακρυγιάννη. Ενώ όμως η πολιορκία της Ακρόπολης συνεχίζεται, ο Καραϊσκάκης έχει εξορμήσει από τις 25 Οκτωβρίου και μέσα σε τέσσερις μήνες σαρώνει τη Ρούμελη. Σε Δόμβραινα, Δίστομο, Αράχωβα, Άμφισσα, Τιθορέα συντελέστηκε μια σειρά νικών που απομονώσανε και φέρανε σε δύσκολη θέση το στράτευμα του Κιουταχή.

Οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις στον Πειραιά

Εντωμεταξύ ο Μακρυγιάννης πάνω στην Ακρόπολη, βλέποντας ότι ο Καραϊσκάκης έλειπε στην εκστρατεία χωρίς να έχει ειδήσεις του και ότι ο Κιουταχής έμενε ανενόχλητος, αποφάσισε να στείλει κάποιον να εκθέσει τις ανάγκες των πολιορκημένων στην Κυβέρνηση. Οι πολιορκημένοι επιμένανε να πάει ο ίδιος, που είχε μεγαλύτερο κύρος για να έχει αποτελεσματικότητα το διάβημα.

Ο Μακρυγιάννης παρόλο που είχε τρεις πληγές ανοιχτές, από πρόσφατη μάχη, το αποφάσισε και μαζί με άλλους πέντε όρμησε έξω τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου, πέρασε επεισοδιακά ανάμεσα από τις γραμμές των Τούρκων και πήγε στην Κυβέρνηση, στην Αίγινα.

Επέστρεψε μετά από δύο μήνες, στις 24 Ιανουαρίου 1827,  μαζί με τον Σκώτο Φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον και τον Χαράλαμπο Ιγγλέση. Αφού αποβιβάστηκαν στο Πασαλιμάνι, ανατρέψανε την παράκτια τούρκικη άμυνα, περιόρισαν τους Τούρκους στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα και οχυρώθηκαν στην Καστέλα.

Την επομένη, 25 Ιανουαρίου, μπήκε στο λιμάνι του Πειραιά το πρώτο ελληνικό πολεμικό ατμόπλοιο, η «ΚΑΡΤΕΡΙΑ» και βομβάρδισε τους Τούρκους που ήταν κλεισμένοι στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ήταν η πρώτη στον κόσμο πολεμική επιχείρηση από ατμόπλοιο και ο Πειραιάς είχε το προνόμιο αυτής της πρωτιάς.

Μετά από δύο μέρες, στις 27 Ιανουαρίου, οι Έλληνες είχαν μια σημαντική αποτυχία στο Καματερό. Το τούρκικο ιππικό με μια θυελλώδη επέλαση συνέτριψε ένα ελληνικό στρατιωτικό τμήμα που διοικούσε ο Κεφαλλονίτης Διονύσιος Βούρβαχης, Συνταγματάρχης του Γαλλικού στρατού, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη.

Ύστερα από αυτή την αποτυχία, που έδειξε την υπεροχή του Κιουταχή στις μάχες εκ παρατάξεως και ιδιαίτερα του ιππικού του, οι Έλληνες υπέστησαν μια πτώση του ηθικού τους και αδρανήσανε.

Σε αυτήν την κατάσταση τους βρήκε ο Καραϊσκάκης στις 28 Φεβρουαρίου 1827, όταν γύρισε στην Ελευσίνα τροπαιούχος, μετά από τη νικηφόρα εκστρατεία της Ρούμελης, ένα μήνα μετά την καταστροφή του Βούρβαχη. Είχε μαζί του μόνο χίλιους άνδρες, αφού είχε διασπείρει τους υπόλοιπους σε διάφορες θέσεις να φυλάνε τη Στερεά.

Αμέσως συγκέντρωσε τα υπολείμματα του στρατού του Βούρβαχη και όσους άλλους μπόρεσε και σχημάτισε ένα στράτευμα 3.500 ανδρών.

Ο Καραϊσκάκης στρατοπεδεύει στο Κερατσίνι

Στις 2 Μαρτίου τη νύχτα, ο Καραϊσκάκης μετακινήθηκε από την Ελευσίνα στο Κερατσίνι, όπου τελικά φτάσανε λιγότεροι από 1.500  άνδρες, γιατί οι άλλοι στη διάρκεια της νυχτερινής πορείας, μέσα από την ορεινή διάβαση του Σχιστού, έφυγαν.

Αυτή όμως η λιποταξία λειτούργησε σαν σωστή επιλογή, γιατί όσοι απομείνανε ήταν αποφασισμένοι να σταθούν εκεί και να πολεμήσουν.

Πράγματι την άλλη μέρα ο Κιουταχής, καλά πληροφορημένος για την άφιξη του Καραϊσκάκη στο Κερατσίνι, έστειλε 800 πεζούς και 400 ιππείς να χτυπήσουν τα πρόχειρα οχυρώματα, που είχαν φτιάξει μέσα στη νύχτα οι Έλληνες, στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Όμως οι Τούρκοι παρά την προσπάθεια τους δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τις ελληνικές θέσεις.

Στις  4 Μαρτίου ο Κιουταχής ήρθε με 4.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Χώρισε τη δύναμη του σε τρία τμήματα. Το πρώτο το έστειλε στη μάντρα του Σαρδελά, στη θέση Μετόχι, ανατολικά απ’ το λόφο του Αγίου Γεωργίου και βόρεια από τη σημερινή κεντρική πλατεία Κερατσινίου.

Τη μάντρα αυτή την είχε πιάσει, με εντολή του Καραϊσκάκη, ένα επίλεκτο ελληνικό τμήμα από 250 άνδρες. Οι υπερασπιστές της μάντρας αντιμετώπισαν νικηφόρα την επίθεση, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας και προκάλεσαν μεγάλη φθορά στους Τούρκους.

Το δεύτερο τμήμα των Οθωμανών, κυρίως ιππικό, επιτέθηκε στις κεντρικές θέσεις του Κερατσινίου με σκοπό να καταλάβει το λόφο του Αγίου Γεωργίου, όπου στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, του μοναδικού κτίσματος που υπήρχε τότε στο σημείο και που σώζεται έως σήμερα, είχε ο Καραϊσκάκης την έδρα της διοίκησης του.

Μπροστά στο τουρκικό ιππικό αντιπαρατάχθηκε το μικρό τμήμα του ελληνικού ιππικού, με αρχηγό το γενναίο Χατζή-Μιχάλη Νταλιάνη, ο οποίος έπεσε ηρωικά μετά από έναν χρόνο στο Φραγκοκάστελλο των Σφακιών της Κρήτης και σύνδεσε το όνομα του με το φαινόμενο και το θρύλο των Δροσουλιτών.

Στην κοιλάδα του Κερατσινίου…

Ο Χατζημιχάλης παράσυρε το τούρκικο ιππικό μέσα στην κοιλάδα του Κερατσινίου προς τη θάλασσα, όπου τους παγίδευσαν οι άντρες που ο Καραϊσκάκης είχε παρατάξει στους γύρω λόφους.

Οι Τούρκοι άρχισαν να δέχονται πυρά από παντού. Τότε  ο Χατζημιχάλης  γύρισε πίσω και τους χτύπησε, καθώς άρχισαν να υποχωρούν. Σε λίγο τους ακολούθησαν κι άλλοι Τούρκοι, που χτυπούσαν τη μάντρα και η υποχώρηση γενικεύτηκε και μετατράπηκε σε φυγή.

Οι Έλληνες που στάθμευαν στον λόφο της Καστέλας βλέποντας τους Τούρκους να φεύγουν σε κακή κατάσταση προς την Αθήνα επιτέθηκαν και τους πλαγιοκόπησαν.

Τότε ο Κιουταχής έριξε στη μάχη το τρίτο τμήμα του στρατού του, που είχε την πρόνοια να το κρατήσει για εφεδρεία και σιγά-σιγά απαγκιστρώθηκε και συμπτύχθηκε με τάξη προς την Αθήνα. Άφησε πίσω του 300 νεκρούς και είχε 500 τραυματίες. Όμως δεν εγκατέλειψε ολοκληρωτικά την περιοχή του Πειραιά, αλλά διατήρησε τις θέσεις του στο βόρειο μέρος του λιμανιού από Καστράκι (Δραπετσώνα),  Άγιο Διονύση, μέχρι Άγιο Σπυρίδωνα.

Μετά από έναν ανεπιτυχή αιφνιδιασμό που επιχείρησε ο Κιουταχής προς τις θέσεις του Καραϊσκάκη, από την περιοχή του Κορυδαλλού στις 22 Μαρτίου, δεν ξαναεπιτέθηκε εναντίον του Κερατσινίου.

Στη συνέχεια το στρατόπεδο στο Κερατσίνι ενισχύθηκε σε τέτοιο σημείο, που έφτασε να έχει περίπου 10.000 άντρες, Ρουμελιώτες, Μοραΐτες, Μακεδόνες, Νησιώτες, Κρήτες. Τα οχυρώματά τους πιάνανε όλο το βορειοδυτικό Πειραιά και από τότε έμεινε η περιοχή αυτή με το όνομα «Ταμπούρια».

Οι Έλληνες κυριεύουν τον Πειραιά

Ο Καραϊσκάκης, ασκώντας τη διοίκηση, τώρα, κάτω απ’ την εποπτεία των Άγγλων Κόχραν και Τσωρτς που του επέβαλε σαν αρχιστράτηγους η Κυβέρνηση, επιχείρησε την τελική του επίθεση προς τις θέσεις που διατηρούσαν οι Τούρκοι στο βόρειο μέρος του λιμανιού.

Η επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί της 13ης Απριλίου από το Κερατσίνι με τον Καραϊσκάκη, από την Καστέλα με το Μακρυγιάννη και από το νότιο Πειραιά όπου είχε αποβιβαστεί ένα τμήμα από Υδραίους, Κρανιδιώτες κ.α.

Η τούρκικη αμυντική διάταξη κατέρρευσε, καθώς οι τρεις αιχμές της επίθεσης, συγκλίνανε προς το κέντρο και δεν απόμειναν παρά 300 Τουρκαλβανοί μέσα στον  Άγιο Σπυρίδωνα, που συνθηκολόγησαν σε τρεις μέρες μετά από άγριο κανονιοβολισμό του μοναστηριού από τα ελληνικά πλοία.

Καθώς όμως οι Τουρκαλβανοί φεύγανε υπέστησαν επίθεση από απειθάρχητα ελληνικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να υπάρξουν απώλειες κι από τις δύο πλευρές και να κινδυνεύσει ο ίδιος ο Καραϊσκάκης.

Μετά την άλωση της Μονής του Αγ. Σπυρίδωνα ενώθηκαν τα ελληνικά στρατόπεδα της Καστέλας και του Κερατσινίου και ο Καραϊσκάκης μετέφερε τη βάση του στην Καστέλα.

Ο θάνατος του Καραϊσκάκη και η καταστροφή του Ανάλατου

Στις 22 Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης βρισκόταν με πυρετό στη σκηνή του. Κατά τις 4 το απόγευμα άκουσε χαμηλά στην αρχή του κάμπου του Νέου Φαλήρου τουφεκιές.

Έτρεξε τότε έφιππος με μια μικρή ομάδα να σταματήσει την αψιμαχία, που είχαν αρχίσει οι προφυλακές με μια τούρκικη περίπολο, κοντά στον χώρο όπου βρίσκεται το Γήπεδο «Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ».

Εκεί κάτω από συγκεχυμένες συνθήκες, χτυπήθηκε από σφαίρα στο υπογάστριο. Μεταφέρθηκε σοβαρά τραυματισμένος στη γολέτα «ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ». Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, ο Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής.

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο θάνατος του οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Την άλλη μέρα μέσα σε βαρύ πένθος τον ενταφίασαν στον περίβολο του Αγίου Δημητρίου, στην πόλη της Σαλαμίνας, όπως εκείνος ζήτησε.

Την επόμενη κιόλας μέρα, αδιαφορώντας για τις ολέθριες συνέπειες που είχε στο ηθικό του ελληνικού στρατεύματος ο θάνατος του Καραϊσκάκη, οι δυο Άγγλοι που ασκούσαν τη διοίκηση από τα πλοία, διέταξαν γενική επίθεση προς την Αθήνα.

Η επίθεση άρχισε από μία κατεύθυνση με αφετηρία το Παλαιό Φάληρο (Τρεις Πύργοι) και κατάληξη την Ακρόπολη. Πάνω στον άξονα, περίπου, της σημερινής Λεωφόρου Συγγρού.

Όταν ζούσε ο Καραϊσκάκης είχε άλλα σχέδια για την τελική επίθεση, που την ήθελε από πολλά σημεία, για να απασχολήσει πολλαπλά την τούρκικη άμυνα και όχι με μία, αλλά με σταδιακή οργανωμένη προώθηση, μέχρι τον αντικειμενικό σκοπό. Τώρα όμως οι Άγγλοι αρχηγοί βιάζονταν και τελικά τα σχέδια τους κατέληξαν σε μία χωρίς προηγούμενο ήττα, που έμεινε στην ιστορία ως «καταστροφή του Ανάλατου».

Μετά από την συντριβή κάποια υπολείμματα των ελληνικών δυνάμεων με τον Νικηταρά, κράτησαν την περιοχή του Πειραιά για λίγες ακόμα μέρες.

Αλλά κάτω από τις συνεχείς επιθέσεις των Τούρκων και την πείνα, αναγκάστηκαν να φύγουν με καΐκια απ’ το Μικρολίμανο. Στις 16 Μαΐου 1827 φύγανε κι οι τελευταίοι με το Νικηταρά.

Ο Πειραιάς έμεινε στα χέρια των Τούρκων. Στις 25 Μαΐου συνθηκολόγησε η φρουρά της Ακρόπολης. Ο Κιουταχής τους κατέβασε στον Πειραιά και τους άφησε να περάσουν στην ελεύθερη Ελλάδα με γαλλικά και αυστριακά πλοία.

Εν τέλει η Αττική ελευθερώθηκε μετά την άφιξη του Καποδίστρια από τον Δημήτριο Υψηλάντη το 1828.

 

με πληροφορίες από koutouzis.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πειραϊκές Ιστορίες: Ο Πειραιάς του Γιούγκερμαν

Του Στέφανου Μίλεση*… Όταν ο Φιλανδός Ίλαρχος του Τσαρικού Αυτοκρατορικού Στρατού Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν φτάνει στον Πειραιά, κυνηγημένος πρόσφυγας πλέον από την μεγάλη κομμουνιστική επανάσταση, ξεκινά τη ζωή του ουσιαστικά από την αρχή αναζητώντας την ταυτότητά του σε μια πόλη που και αυτή αναζητά την ταυτότητά της. Τον Πειραιά. Η βουτιά[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *