Γρηγόριος Ε΄: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης που μαρτύρησε για το Έθνος

του Θοδωρή Ασβεστόπουλου

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άγιος Γρηγόριος ο Ε΄, κατά κόσμον Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε το 1745 στη Δημητσάνα Αρκαδίας.

Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο σχολείο της πατρίδας του και στη συνέχεια μαθήτευσε για δύο χρόνια στην Αθήνα, κοντά στον ιεροκήρυκα Κωνσταντίνο Βόδα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη, όπου ζούσε ο θείος του Μελέτιος και σπούδασε για πέντε χρόνια στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Ακολουθώντας την κλίση του προς τον μοναχικό βίο, αποσύρθηκε στη μονή του Αγίου Διονυσίου στις Στροφάδες νήσους, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος. Ακολούθως, φοίτησε στην περίφημη Πατμιάδα Σχολή, με καθηγητές τον Δανιήλ Κεραμέα και τον Βασίλειο Κουταληνό.

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, εκτιμώντας τη φιλοσοφική και θεολογική του συγκρότηση, τον χειροτόνησε διάκονο και αργότερα πρεσβύτερο. Μετά την εκλογή του Προκόπιου ως Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης στις 14 Οκτωβρίου του 1785. Διακρίθηκε για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό του έργο, δημιούργησε όμως αρκετές αντιπάθειες με τη δράση του.

Τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης

Την Πρωτομαγιά του 1797 εξελέγη ομοφώνως Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διαδεχόμενος τον θανόντα πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄, αλλά τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να παραιτηθεί, εξαιτίας των πιέσεων από τις Οθωμανικές αρχές και της ρήξης με μερίδα ιεραρχών του Πατριαρχείου. Αφού περιπλανήθηκε αρκετά, κατέληξε στο Άγιο Όρος, όπου μόνασε.

Μετά τον θάνατο του πατριάρχη Καλλίνικου Ε΄, ανέλαβε για δεύτερη φορά τον Οικουμενικό θρόνο στις 24 Σεπτεμβρίου του 1806, αλλά στις 10 Ιουλίου του 1808 παραιτήθηκε εκ νέου, μετά από απαίτηση του επικεφαλής των γενιτσάρων Μουσταφά Μπαϊρακτάρ, ο οποίος είχε επαναστατήσει κατά του Σουλτάνου. Μετά τη νέα παραίτησή του, ο Γρηγόριος μόνασε για σχεδόν 10 χρόνια στο Άγιο Όρος.

Περί τα μέσα του 1818 τον επισκέφθηκε ο Κοζανίτης οπλαρχηγός Ιωάννης Φαρμάκης, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, που είχε ως σκοπό την προετοιμασία της εξέγερσης των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Οθωμανικού ζυγού. Σύμφωνα με τον Φαρμάκη, ο Γρηγόριος «έδειξεν ευθύς ζωηρώτατον ενθουσιασμόν υπέρ του πνεύματος αυτής» και «ηυχήθη από καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της. Του συνέστησε, όμως, «να προσέξουν πολύ οι εταίροι μήπως βλάψουν αντί να ωφελήσουν την Ελλάδα». Πάντως, αρνήθηκε να ενταχθεί στη Φιλική Εταιρεία, επειδή ως κληρικός δεν μπορούσε να δώσει τον όρκο του φιλικού.

Ο Γρηγόριος με το συγγραφικό του έργο και την εν γένει πολιτεία του αντιτάχθηκε στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με πολλούς διανοούμενους της εποχής του, όπως ο Κοραής και ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας». Πίστευε ότι με τα ιδεολογικά ρεύματα και τον αντιχριστιανισμό, που πήγαζαν από τη Γαλλική Επανάσταση, απειλείτο η ρωμαίικη παράδοση. Αντίθετα, επιδίωκε έναν διαφωτισμό, που θα βασίζεται στην ελληνορθόδοξη παράδοση, όπως αυτή καθορίστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1818 κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο. Η τρίτη πατριαρχία του συνδέθηκε με κρισιμότατες στιγμές του Ελληνισμού και μέχρι σήμερα διχάζουν του ιστορικούς κάποιες από τις αποφάσεις του αυτής της περιόδου.

Ο «αφορισμός» της Επανάστασης

Με την έκρηξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία στις 24 Φεβρουαρίου 1821 από τον Αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ κατέστη ύποπτος στην Υψηλή Πύλη.

Στην προσπάθειά του να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Αυτή η υπεύθυνη πράξη του όμως στάθηκε αφορμή να λοιδορηθεί η μνήμη του Ιεράρχη από άθεους και αριστερής ιδεολογίας ιστορικούς, ως εχθρός της Επανάστασης και του Αγώνα για τη Εθνική Απελευθέρωση, μία εκδοχή που δυστυχώς βρήκε αρκετό έδαφος.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Αγίου Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικό και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθείτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να θεωρείτε ταύτα ως άκυρα καθόσον γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του Πατριάρχου».

Χαρακτηριστικές είναι και οι επιστολές που αντήλλασε ο Πατριάρχης Γρηγόριος με τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό πριν την έναρξη της Επανάστασης, οι οποίες αποδεικνύουν πως γνώριζε λεπτομερώς όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, κατά τις προετοιμασίες για τον Ξεσηκωμό του Γένους.

Όταν σε μία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επανάστασης, ο Γρηγόριος Ε΄ απάντησε: «Κι εγώ ως κεφαλή του Έθνους και υμείς ως Σύνοδος φείλομεν να αποθάνωμεν δια την κοινήν σωτηρίαν· ο θάνατος ημών θα δώση δικαίωμα εις την Χριστιανοσύνην να υπερασπίση το Έθνος εναντίον του τυράννου. Αλλ’ αν υπάγωμεν μεις να θαρρύνωμεν την Επανάστασιν, τότε θα δικαιώσωμεν τον Σουλτάνον αποφασίσαντα να εξολοθρεύση όλον το Έθνος».

Ο μαρτυρικός θάνατός του

Όταν έφθασαν οι πρώτες πληροφορίες για το ξέσπασμα της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ο Σουλτάνος, υπό την πίεση ακραίων μουσουλμανικών διαδηλώσεων κατά των Ελλήνων, ζήτησε από τον Σεϊχουλισλάμη (θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων) Χατζή Χαλίλ να εκδώσει διαταγή (φετφά), σχετικά με τη γενική σφαγή όλων των Ελλήνων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Χατζή Χαλίλ, ύστερα από διαβουλεύσεις με τον Γρηγόριο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε πως ο ίδιος και το Γένος ήταν αμέτοχοι στην επανάσταση, και βασιζόμενος σε ένα εδάφιο του Κορανίου που ήταν ενάντια στην σφαγή αθώων, αρνήθηκε να εκδώσει τη φετφά τoυ Σουλτάνου. Την άρνηση του αυτή ο Σεϊχουλισλάμης την πλήρωσε τελικά με την ίδια του τη ζωή.

Παράλληλα οι Οθωμανικές αρχές αποφάσισαν και την εξόντωσή του Γρηγορίου, με την ελπίδα ότι αυτή θα επιδρούσε αρνητικά στο ηθικό των εξεγερμένων Ελλήνων και θα ανέκοπτε την επαναστατική ορμή τους.

Ο Πατριάρχης απέρριψε προτάσεις υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη λέγοντας: «Μη με προτρέπετε εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω…ουχί! Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου… ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου… Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης».

Στις 10 το πρωί της 10ης Απριλίου του 1821, ανήμερα της εορτής του Πάσχα, ο μέγας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης, Σταυράκης Αριστάρχης, μετέβη στο Πατριαρχείο και ανέγνωσε ενώπιον μελών της Ιεράς Συνόδου το σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο Γρηγόριος επαύετο από το αξίωμά του «ως ανάξιος γενόμενος του πατριαρχικού θρόνου, αγνώμων προς την Υψηλήν Πύλην και άπιστος». Νωρίτερα ο Πατριάρχης είχε κάνει άρση του αφορισμού της Επανάστασης.

Αμέσως μετά, συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μποσταντζίμπαση, όπου υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια. Γύρω στις 3 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ο Γρηγόριος επέστρεψε φρουρούμενος στο Φανάρι, ενώ κατά τη διαδρομή ομάδες του μουσουλμανικού και εβραϊκού υποκόσμου της Πόλης τον χλεύαζαν και τον προπηλάκιζαν. Στη μεσημβρινή πύλη του Πατριαρχείου είχε στηθεί η αγχόνη. Ο δήμιος, αφού του αφαίρεσε το εγκόλπιο, το ράσο, το κομπολόι και ό,τι πολύτιμο βρήκε πάνω του, τοποθέτησε τον βρόχο στον λαιμό του. Λίγες στιγμές αργότερα, το σώμα του Αγίου Γρηγορίου αιωρείτο στο κενό. Ο Πατριάρχης είχε παραδώσει το πνεύμα, σε ηλικία 76 ετών.

Τότε, οι παριστάμενοι Μουσουλμάνοι και Εβραίοι άρχισαν να λιθοβολούν το αιωρούμενο λείψανο, μπροστά από το οποίο πέρασαν όχι μόνο ο μέγας βεζίρης, αλλά και ο ίδιος ο Σουλτάνος, ο οποίος διέταξε να παραμείνει στη θέση αυτή για τρεις ημέρες και να φέρει πάνω του το φιρμάνι της καταδίκης.

Στις 13 Απριλίου κάποιοι Εβραίοι αγόρασαν το λείψανο αντί 800 γροσίων και αφού το έσυραν από τους κεντρικούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης το έριξαν στη θάλασσα, αφού το έδεσαν με ένα μεγάλο λιθάρι, για να βουλιάξει. Όμως, το σχοινί κόπηκε και το λείψανο επέπλεε για τρεις μέρες στον Κεράτιο κόλπο, ώσπου έγινε αντιληπτό από τον Κεφαλλονίτη καπετάνιο του ρωσικού πλοίου «Άγιος Νικόλαος» Μαρίνο Σκλάβο, ο οποίος το ανέσυρε από τη θάλασσα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και τάφηκε με μεγάλες τιμές στις 16 Ιουνίου του 1821.

Στις 25 Απριλίου του 1871, το λείψανο του Γρηγορίου Ε΄ μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εναποτέθηκε στη Μητρόπολη. Στις 8 Απριλίου του 1921, ο Γρηγόριος Ε΄ ανακηρύχθηκε Άγιος και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Απριλίου.

Το κερί του Πατριάρχη Βαρθολομαίου

Όπως κάθε χρόνο στις 10 Απριλίου, έτσι και φέτος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος απέτισε φόρο τιμής στον Γρηγόριο Ε’ τον οποίο οι Οθωμανοί κρέμασαν ανήμερα του Πάσχα του 1821. Το πρωί της Τρίτης της Διακαινησίμου ο κ. Βαρθολομαίος προσευχήθηκε για λίγα λεπτά πίσω από την κλειστή Πύλη του Πατριαρχείου «για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του, για την εκτόνωση των εντάσεων και για την επικράτηση ειρήνης στον κόσμο», όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του Πατριαρχείου.

Η Πύλη στο Φανάρι, τόπος απαγχονισμού του ιερομάρτυρα Πατριάρχη, θεωρείται αγκάθι στα πλευρά της Τουρκίας. «Πύλη του Μίσους» την αποκαλούν οι Έλληνες. Η Άγκυρα έχει ασκήσει κατά καιρούς πιέσεις ώστε να ανοίξει.

Η κεντρική είσοδος του Πατριαρχείου, όμως, παραμένει σφραγισμένη και οι επισκέπτες εισέρχονται μόνο από τις πλάγιες πύλες, μιας και θεωρείται ότι είναι ένα αιώνιο μνημόσυνο «που θυμίζει σε όλους ότι η Μεγάλη Εκκλησία παραμένει σταυρωμένη».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Νέα 48ωρη απεργία της ΠΝΟ από την Παρασκευή

Την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων της, με 48ωρη πανελλαδική απεργία σε όλες τις κατηγορίες πλοίων από τις 6.00 το πρωί της Παρασκευής 2 Δεκεμβρίου, έως τις 6.00 το πρωί της Κυριακής 4 Δεκεμβρίου, αποφάσισε στη συνεδρίασή της η Εκτελεστική Επιτροπή της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ), μετά τις πληροφορίες που είδαν το φως[…]

Περισσότερα »

Δεν θα συμφωνήσουμε σε αύξηση ΦΠΑ στα φάρμακα

«Οι εταίροι μπορούν να ζητούν…», δήλωσε ο υπουργός Υγείας κ. Παναγιώτης Κουρουμπλής απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις συζητήσεις για πιθανή αύξηση του ΦΠΑ στα φάρμακα κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου την Πέμπτη. «Η κυβέρνηση», τόνισε ο υπουργός, «δεν είναι διατεθειμένη να συμφωνήσει στην αύξηση του ΦΠΑ στα φάρμακα. Είναι[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *