Home

ΡΟΗ  ΕΙΔΗΣΕΩΝ

O Μάκης Δελαπόρτας… “Ξέρει κάποια αστέρια”

0 σχόλια ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Της Κατερίνας Παπαγεωργίου

Για  το καινούργιο του βιβλίο  “Ξέρω κάποια αστέρια” μίλησε  στην εκπομπή της  Κατερίνας Παπαγεωργίου στο ο ηθοποιός και συγγραφέας Μάκης Δελαπόρτας υπογραμμίζοντας και την δική του πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο που ξεκίνησε από τα εφηβικά του χρόνια.

Οπως τόνισε και ο ίδιος πρόκειται για αυτοβιογραφικό ύλικό όπου στις  400 και πλέον σελίδες του τονίζεται η ανθρώπινη πλευρά αγαπημένων σταρ  της ελληνικής σκηνής ανάμεσα τους Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ρένα Βλαχοπούλου, Μάρθα Καραγιάννη, Ζωζώ Σαπουντζάκη. Ο ίδιος ήθελε να γίνει ηθοποιός από τα παιδικά του χρόνια και τα κατάφερε χάρτη στην συνάντηση του με την Αλίκη. “Η Αλίκη” υπογράμμισε ο Μάκης Δελαπόρτας   η οποία περιγράφεται στο βιβλίο με πολύ γραφικό τρόπο “Mου είχε δώσει την εξής πολύτιμη συμβουλή “Αν κάνεις παρέα με εννέα μίζερους, ο δέκατος θα είσαι εσύ, αν κάνεις παρέα με εννέα πετυχημένους, ο δέκατος, επίσης θα είσαι εσύ.” Ο γνωστός ηθοποιός αναφέρθηκε επίσης στην μουσικοχορευτική παράσταση που παρουσιάζεται στο Μπάντμιντον και έχει ο ίδιος γράψει “Ημέρες Ραδιοφώνου.”

Αποσπάσματα από το βιβλίο

 Πως γίνατε έτσι κυρία Ρένα μου!

Ο Μάκης έζησε κοντά στην  αξέχαστη Ρένα Βλαχοπούλου όπως λέει και ο ίδιος  σαν παιδί της. Για να την  γνωρίσει στήθηκε  ατέλειωτες ώρες έξω από το σπίτι της στην Ηλιούπολη.

 “Γειά σας, κυρία Βλαχοπούλου” της είπε μόλις εκείνη κάποια στιγμή ξεμύτισε.

 “Καλώς τον ξανθόψειρα” του απάντησε εκείνη, με την  εντύπωση, όπως του εξήγησε αργότερα πως είχε μπροστά της άλλον ένα υποψήφιο για …δανεικά! Από εκείνη τη στιγμή τα γεγονότα που περιγράφονται με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη αξέχαστη ηθοποιό είναι απολαυστικά, όπως η συνάντηση της με μια θαυμάστρια σε έξοδο της Ρένας με τον  Μάκη.

“Η Ρένα εκείνη τη βραδιά  ήταν λιγάκι απεριποίητη, αμακιγιάριστη,  αχτένιστη με μια μάλλινη ζακέτα κι ένα κασκόλ στο λαιμό.Δεν την ενδιέφερε  ιδιαίτερα η εμφάνιση της όταν έβγαινε να πάει για φαγητό  η για ψώνια.”Σιγά  μη βγω στούς δρόμους με την παγέτα, τα μποά, και τη βλεφαρίδα κάγκελο, “έλεγε χαριτολογώντας. Ηθελε να είναι απλή, καθημερινή, άνετη. Εγώ κάποιες φορές  την πίεζα να βαφτεί, αν πηγαίναμε κάπου.

-Ασε με βρε! Λύσσα με τις μπογιές! Σαράντα χρόνια με τον μπαντανά στην μάπα, βαρέθηκα!

-Βρε, Ρενα μου, εκεί που θα πάμε, θα έχει κόσμο!

-Χέστηκα, να με δούνε κι έτσι! Το πολύ πολύ να ξανασυστηθούμε, έλεγε και γελούσε.

Στο μεταξύ, μια θαυμάστρια της Βλαχοπούλου, την ώρα που ο Μάκης στο εστιατόριο όπου βρέθηκαν αργότερα, σηκώθηκε για να πάει τουαλέτα, τον πλησίασε και του ζήτησε να την γνωρίσει στην Ρένα λέγοντας πως είναι γνωστή του, ώστε να έχει την αποδοχή της. Ετσι κι έγινε:

-Ρένα από δω να σου συστήσω μια γνωστή μου, που θέλει να σου σφίξει  το χέρι και να σου πει  πόσο σε θαυμάζει, της είπα.

-Αχ ναι, κυρία Ρένα μου, θέλω να σας σφίξω το χέρι και να σας πω κάτι!

-Πείτε μου

-Αχ, πόσο στεναχωριέμαι, κυρία Ρένα μου, που σας βλέπω από κοντά!

-Στεναχωριέσαι;

-Ναι.Πως γίνατε έτσι, κυρία Ρένα μου! Χάλια γίνατε! Αχ αυτά τα χρόνια τα άτιμα!

-Μωρή, αι στο διάολο από δω, που θα μου πεις πως έγινα έτσι!

Εγώ έπαθα! Ακουγα καλά; Τι ήταν αυτά που της έλεγε! Τότε γύρισε σε μένα και μου είπε:

-Γνωστή σου είναι η κυρία;

Δεν ήξερα τι να της απαντήσω

-Αι στο διάολο κι εσύ κι αυτή  μαζί που μου την έφερες εδώ για να μου πει τα συχαρίκια! Ναι μωρή, είμαι η πυραμίδα του Χέοπα, που ξύπνησα από τον ύπνο και χλαπακιάζω τον αγλέουρα! Ασε μας κυρά μου, να χωνέψουμε το ρημαδοφάι που φάγαμε!”

Οταν η Μελωδία της Ευτυχίας μύριζε…μπαρούτι!

(Απόσπασμα)

Την “Μελωδία της Ευτυχίας” που είχε ανεβάσει  στο θέατρο η Αλίκη Βουγιουκλάκη, σκηνοθετούσε η Ρούλα Πατεράκη.

Από την πρώτη μέρα( λέει ο Μάκης) αισθανόμουνα, πως κάποια απόσταση υπήρχε μεταξύ τους, αλλά δεν είχα καταλάβει πραγματικά τον λόγο. Εγώ με την Πατεράκη, είχα μια τυπική, αλλά καλή σχέση συνεργασίας, αφού συντόνιζα τις μουσικές πρόβες, τις ηχογραφήσεις για τον δίσκο και περνούσα αρκετές ώρες κοντά της.Της Αλίκης, αυτό δεν της άρεσε ιδιαίτερα, γιατί τους δικούς της ανθρώπους  τους ήθελε αποκλειστικά  δικούς της, αλλά δεν μου έλεγε κάτι.Και πιο κάτω:Στην τζενεράλε της δεύτερης χρονιάς της “Μελωδίας” ήμουν εκεί και βοηθούσα  όπως μπορούσα  στον συντονισμό  της μουσικής ροής  του έργου.Εκαναν πρόβα όλοι οι συντελεστές της παράστασης.Εικοσι οκτώ παιδιά, ηθοποιοί, τεχνικοί.Η Ρουλα Πατεράκη, καθόταν στην δεύτερη σειρά με τη βοηθό της και σκηνοθετούσε. Είχε τους δικούς της ρυθμούς και τον δικό της τρόπο να συντονίζει την πρόβα, ήρεμα κάπως αργά, νωχελικά θα μπορούσα να πω.Οι ώρες περνούσαν, είχαν φτάσει πλέον μεσάνυχτα,  και η πρόβα βρισκόταν σχεδόν στη μέση! Η Αλίκη, είχε αρχίσει να αγχώνεται, αφού οι γονείς των παιδιών παραπονιούνταν για την αργοπορία.Προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία  της και να μην ανακατεύεται στη δουλειά της σκηνοθέτιδας, αλλά έβλεπε όλη αυτήν την κατάσταση και είχε αρχίσει να φορτώνει!

“Πήγαινε σε παρακαλώ μπροστά, και πες στην Ρούλα να βιαστεί για να τελειώνουμε”, μου είπε.”Τα παιδιά πρέπει να φύγουν γρήγορα.Πότε θα γίνει η πρόβα;”

“Καλά, ηρέμησε, πάω”, απάντησα.

Καθόμασταν στα πίσω καθίσματα και για αρκετή ώρα προσπαθούσα να την ηρεμήσω, να μην πάει μπροστά και γίνει χαμός.Ετρεξα στην Πατεράκη και κάθισα δίπλα της.

“Βρέ Ρούλα μου, δεν κάνουμε λίγο πιο γρήγορα γιατί οι γονείς παραπονιούνται,  τα παιδιά νύσταξαν και πρέπει να φύγουν”

“Τι να βιαστώ!” μου απάντησε.”Η πρόβα πρέπει να γίνει, όπως πρέπει.Να περιμένουν!”

“Ωχ μπόρα μου μυρίζεται” σκέφτηκα.Πήγα πίσω στην Αλίκη και προσπάθησα να την καθησυχάσω λέγοντας πως είπε η Ρούλα, ότι θα συντονίσει γρηγορότερα την πρόβα.

“Τι γρηγορότερα μου λές” μου απάντησε έξαλλη.”Αυτή κάνει πιο αργά.Κι όσο βλέπω κι αυτά τα γάντια που φοράει τρελαίνομαι!”

Είναι γνωστό, πως η Πατεράκη, δεν κυκλοφορούσε ποτέ και πουθενά χωρίς γάντια.Μπορεί από στιλ, μπορεί από μικροβιοφοβία.Δεν έμαθα ποτέ. Αυτό εκνεύριζε την Αλίκη που έλεγε συχνά “Αχ, πως θέλω να της τα βγάλω με το ζόρι!”

“Ξαναπήγαινε μπροστά και πες της για τελευταία φορά να βιαστεί,  γιατί θα μας γράψουν οι εφημερίδες απόψε!” μου είπε σε κάποια στιγμή πιο εκνευρισμένη από πριν.

“Ελα Αλίκη μου, ηρέμησε!”

“Τι να ηρεμήσω παιδί μου! Αν την αφήσω θα τελειώσουμε πέντε το πρωι!” Επαιζε νευρικά το κομπολόι της και έβγαζε φλόγες από τα μάτια της.Πραγματικά, φοβήθηκα πως θα τα σπάσει όλα!

“Πήγαινε τώρα και πες της το”, μου είπε με το μάτι αγριεμένο.

“Πάω Αλίκη μου”.

Πράγματι ξαναπήγα και κάθισα δίπλα της, αυτή τη φορά αποφασισμένος να την πιέσω περισσότερο.Φυσικά σεβόμουνα τη δουλειά της και τον ρόλο της και δεν ηθελα  με τίποτα να ανακατευτώ, αλλά έπρεπε να αποφύγουμε το κακό!

“Ρούλα μου  βιάσου,”της ειπα μ΄ευγενικό τρόπο “γιατί δεν βλέπω να τελειώνουμε μια λογική ώρα”.

“Μα τι έπαθες και μου λες βιάσου και βιάσου! Η πρόβα πρέπει να γίνει όπως πρέπει.Τι να κάνω που πρέπει  από τη σκηνή  να περάσουν και τα τέσσερα γκρουπ των παιδιών; Μάγος είμαι;”

“Ωχ δεν το γλυτώνουμε το σκηνικό!” σκέφτηκα.Και πριν καλά καλά προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, άκουσα ένα έντονο ποδοβολητό να πλησιάζει.Δεν ήθελα να πιστέψω πως ήταν η Αλίκη που ερχόταν έξαλλη προς το μέρος μας.Κι όμως ήταν!

“Θα τελειώσεις την πρόβα επιτέλους;” ούρλιαξε.”Σταμάτα πια να χαζολογάς και να αργοπορείς.Θα μας πάρει το ξημέρωμα!”

“Σε παρακαλώ Αλίκη μου”, της είπε η Πατεράκη.”Δεν σου επιτρέπω να ανακατεύεσαι στη δουλειά μου.Ολα θα γίνουν στην ώρα τους”.

“Ποια ώρα τους χριστιανή μου; Η ώρα είναι μία και δεν έχουμε φτάσει, ούτε στο δεύτερο μέρος! Θες να με καταστρέψεις; Και βγάλε επιτέλους κι αυτά τα γάντια!”

“Αλίκη δεν σου επιτρέπω” της απάντησε η Πατεράκη με αυστηρό ύφος.

Αυτό ήταν! Χύμηξε καταπάνω της, να της βγάλει τα γάντια, αφού την είχε πιάσει υστερία.Μπήκα στη μέση  για να την κρατήσω σε απόσταση, και με το ζόρι την γλύτωσα από τα χέρια της.

Στον Χατζηνάσιο χωρίς παντελόνι!

Ιδιαίτερα αστείο είναι το περιστατικό, όπου ο Μάκης Δελαπόρτας, πηγαίνοντας για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιώργου Χατζηνάσιου παθαίνει ένα ατύχημα στο δρόμο με την μηχανή του, οπότε χτυπάει το κουδούνι σε κακή κατάσταση. Του ανοίγει η σύζυγος του συνθέτη, Μαρία.

“Γειά σας”, είπα, “είμαι ο Δελαπόρτας και έχω ραντεβού με τον κύριο Χατζηνάσιο, αλλά χτύπησα με την μηχανή  μου λίγο πριν”.

“Είσαι καλά;” με ρώτησε με φανερή ανησυχία.

“Ναι καλά αισθάνομαι, δεν έχω σπάσει τίποτα, απλά έχω γδαρθεί παντού!”

“Το βλέπω”, μου λέει, “γδύσου!”

“Πως;”

“Γδύσου παιδί μου, το παντελόνι σου είναι κουρέλι, γδύσου να δω τι έχεις πάθει, έχω κάνει σε νοσοκομείο”.

“Αφήστε καλύτερα, ντρέπομαι”

“Βρε, άσε τις ντροπές και βγάλε το παντελόνι σου”

Τι να έκανα, άφησα τις ντροπές καταμέρος και γδύθηκα. Ηταν τραγικό, από τη μιά γιατί πονούσα αφόρητα αλλά και κωμικό που με το καλησπέρα σας έμπαινα στο ξένο σπίτι  κι έβγαζα κατευθείαν το παντελόνι μου.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε και ο Χατζηνάσιος για να δει τι συμβαίνει.

“Τι έγινε ρε παιδιά;” είπε, “έτσι ήρθες εσύ απέξω με το βρακί;”

“Οχι χριστιανέ μου”, πρόλαβε η Μαρία, “δεν βλέπεις που έχει χτυπήσει το παιδί!”

“Τι κάνετε κύριε Χατζηνάσιε;” του είπα με φωνή τρεμάμενη από τον πόνο και το τσούξιμο!

Η συμβουλή της Μάρθας Καραγιάννη

Η Μάρθα Καραγιάννη προέτρεπε τον Μάκη να φύγει από το σπίτι όπου έμενε με την μητέρα του (ο πατέρας του είχε στο μεταξύ πεθάνει) και να βρει δικό του σπίτι.

“Μην κάνεις και εσύ το λάθος το δικό μου που όταν πέθανε ο πατέρας μου αποφάσισα να μείνω κοντά στην μητέρα μου κι όσο εκείνη μεγάλωνε, τόσο εγώ την εκδοχή του να φύγω και να ζήσω  με έναν δικό μου άνθρωπο, την έβαζα στην άκρη. Ωσπου, κατέληξα να είμαι μαζί της μέχρι που έφυγε και να έχω χάσει τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου, χρόνια που δεν ξαναγυρίζουν πια και που θα μπορούσα να είχα κάνει κι εγώ την δική μου οικογένεια, τα δικά μου παιδιά και να έχω σήμερα ένα σύντροφο για να περάσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου μαζί του. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα!”

Σχετικά Αρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *