Οι απαρχές του “κουτσοβλαχικού ζητήματος”

του Θοδωρή Ασβεστόπουλου

Με το σημερινό άρθρο, εξαιτίας και της ανταπόκρισης που υπήρξε, συνεχίζουμε το αφιέρωμα που αρχίσαμε από τον περασμένο Ιούνιο, με την αναμόχλευση του “κουτσοβλαχικού ζητήματος” που επιδιώκουν κάποιοι με την έκδοση ενός λεξικού της “βλάχικης γλώσσας”, το οποίο στην ουσία κάνει εκμάθηση της ρουμάνικης.

Πως προέκυψε όμως αυτό το άγνωστο στους περισσότερους Έλληνες θέμα και σε τι επίπεδο έφτασε;

Το  λεγόμενο (Κουτσο) βλάχικο ζήτημα  δεν υπήρχε πριν από το 1850 και δημιουργήθηκε κυριολεκτικά εκ του μηδενός.

Αφορμή  έδωσε  ένα  περίεργο  και  εντελώς  τυχαίο  γεγονός. Το  1850 Γάλλοι καθολικοί ιερείς εκδιώχθηκαν από τα μέρη τα οποία υπάγονταν στην Βουλγαρική Εκκλησία, μετακινήθηκαν δυτικότερα και εκεί βρήκαν σημαντικούς βλάχικους και αλβανικούς πληθυσμούς και πρόσεξαν δύο πράγματα: την λατινική επίδραση στη διάλεκτο των Βλάχων και την έλλειψη εθνικής συνείδησης στους Αλβανούς.

Ήταν η εποχή των μεγάλων προσηλυτιστικών εξορμήσεων του καθολικισμού και θεώρησαν ότι βρήκαν κατάλληλο υλικό για προσχώρηση στην  Καθολική Εκκλησία η οποία, πλούσια σε πείρα, δεν αρκούνταν μόνο στο θρησκευτικό περιεχόμενο αλλά το ενίσχυε και με άλλα.

Στην περίπτωσή  των Βλάχων άρχισε τα εθνικά κηρύγματα για  ιδιαίτερη εθνική υπόστασή και την ανάγκη αδελφοσύνης  των  δύο  λαών, βλαχικού και ρουμανικού,  λόγω  γλωσσικής  ομοιότητας.

Την  ίδια  ακριβώς  εποχή, το 1853, δύο Ρουμάνοι (ο Ιωάννης Ηλιάδης-Ραντουλέσκου και ο Δημήτρης  Μπολιντινεάνου)  έκαναν  μορφωτικό  ταξίδι  σε Ήπειρο και Μακεδονία με μεγάλες διευκολύνσεις από τις Τουρκικές αρχές, γεγονός χωρίς σημασία αν στο τυχαίο ή όχι ταξίδι τους δεν  «ανακάλυπταν» τους Βλάχους.

Τους  θεώρησαν  Ρουμάνους λόγω γλωσσικής ομοιότητας και γυρίζοντας στη Ρουμανία άρχισαν να δημοσιεύουν φλογερά άρθρα σε εφημερίδες  και  ο  Μπολιντινεάνου  έφθασε  να  δημοσιεύει μέχρι το Παρίσι για τους «Ρουμάνους  της  Πίνδου».

Τα  άρθρα προκάλεσαν αίσθηση στην κοινή γνώμη και στους  επισήμους και το 1859 ιδρύθηκε το Μακεδονο-Ρουμανικό  Κομιτάτο  που  ανέλαβε  ζωηρότερη  δράση  για  να  ξεπεράσει  το  ισχυρό  αίσθημα  αφοσιώσεως των Βλάχων προς την Ελλάδα  (οι  περιοχές Μακεδονίας – Ηπείρου – Θεσσαλίας ήταν ακόμη  υπό  τουρκική  κατοχή)  με  μια  προκήρυξη που άρχιζε ως εξής:  «Ρουμάνοι  αδελφοί  της  Ηπείρου,  της  Μακεδονίας, της  Αλβανίας…» και κατέληγε με υπογραφές μεταξύ των οποίων και ελληνικές.

Το  ζήτημα είχε πια τεθεί! Ο σπόρος είχε ριχθεί και άρχιζε να καρποφορεί βόρεια του Δούναβη. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι έπρεπε να καρποφορήσει και νότια, πράγμα δύσκολο, μεταξύ των «αγνοημένων δήθεν αδελφών».

Η δράση του Απόστολου Μαργαρίτη

Τότε ήταν που εμφανίστηκε μία ελεεινή τυχοδιωκτική μορφή για να αποδείξει ότι δυστυχώς πάντα θα υπάρχει στην Ελλάδα ένας «Εφιάλτης» για να  κάνει την βρώμικη δουλειά εντός των τειχών: ο Απόστολος Μαργαρίτης από την Βλαχοκλεισούρα της Μακεδονίας.

Το 1862 γοητευμένος από τις προκηρύξεις των Ρουμάνων και παρακινημένος από έναν δαιμόνιο Καθολικό ιερέα τον πάτερ – Faveyrial (κι εδώ  βρίσκουμε  τον σύνδεσμο με την Καθολική  Εκκλησία)  έφυγε  για  το  Βουκουρέστι, με σκοπό να μεταφέρει την απήχηση που είχαν στην ψυχή των  Βλάχων τα πατριωτικά σαλπίσματα των Ρουμάνων!!!

Το Μακεδονο-ρουμανικό Κομιτάτο τον καλύπτει με τιμές και ελλείψει…. άλλου τον παρουσιάζει σαν πρωτοπόρο εθναπόστολο. Και βέβαια τα  κηρύγματα ενός ανθρώπου που είχε ελληνική παιδεία και καμία σχέση με την Ρουμανία βρήκαν μεγάλη απήχηση και ο προδότης Μαργαρίτης  κατάλαβε  ότι  θα  μπορούσε να πετύχει πολλά για ίδιον όφελος φυσικά!

Οι Ρουμάνοι από την πλευρά τους ήξεραν ότι για να πετύχει μια τέτοια προπαγάνδα έπρεπε να μεταχειρισθεί τρία μέσα:

  • Τα εκπαιδευτικά  μέσα  χτυπώντας κατευθείαν στην καρδιά του λαού, τα παιδιά
  • Τα εκκλησιαστικά  δηλ.  δημιουργία κουτσοβλάχικης  Ρουμάνικης  εκκλησίας για να τους αποσπάσει από  την Ορθόδοξη Εκκλησία και
  • Τα  πολιτικά και διπλωματικά μέσα τα οποία σχεδίασαν με μακρόπνοες προοπτικές.

Γύρισε λοιπόν ο Μαργαρίτης με άφθονα οικονομικά μέσα και άνοιξε το πρώτο σχολείο στο χωριό του στο οποίο διδάσκετο η ρουμάνικη γλώσσα.

Ο  Κλήρος,  άγρυπνος  φρουρός  του  Ελληνισμού, αντέδρασε, το σχολείο έκλεισε, ο Μαργαρίτης εκτοπίστηκε, αλλά το 1867, ίσως και με την βοήθεια  του καθολικού ιερέα, ξαναγύρισε και άνοιξε ιδιωτικό «σχολείο εντός της οικίας του».

Η Αβδέλλα τον κάλεσε ν’ ανοίξει το δεύτερο ρουμάνικο σχολείο και βρέθηκε το 1880 να υπάρχουν 24 ρουμάνικα σχολεία και ημιγυμνάσιο στο  Κρούσοβο.

Το 1886 άνοιξε ρουμάνικο Γυμνάσιο στα Γιάννενα, το 1889 ρουμάνικη εμπορική σχολή στη Θεσσαλονίκη και το 1924 ρουμάνικο γυμνάσιο στα  Γρεβενά.

Η επιτυχία αυτή στηρίχθηκε σ’ ένα και μόνο  γεγονός: στη μεγάλη φτώχεια των κατοίκων διότι τα ρουμάνικα σχολεία παρείχαν δωρεάν σπουδές  μέχρι και το  Πανεπιστήμιο στη Ρουμανία και επί πλέον έδιναν στην οικογένεια των παιδιών αυτών μηνιαίο επίδομα 1 τούρκικης χρυσής  λίρας  η οποία  για  τα  δεδομένα  της  εποχής αρκούσε για στοιχειώδη συντήρηση ενός μηνός!

Το χρήμα έρρεε και ο Μαργαρίτης πλούτισε αποκτώντας μεγαλύτερη δύναμη ακόμα και από τον Ρουμάνο πρεσβευτή στην Πόλη.

Ξεκίνησαν κατόπιν και τα εκκλησιαστικά μέσα και κατόπιν πιέσεων το 1892 ο Σουλτάνος έδωσε άδεια για χειροτονία Βλαχο-ρουμάνου μητροπολίτη.  Αντέδρασαν ωστόσο, το Πατριαρχείο, η Ρωσία και ο Έλληνας Πρέσβης και ο Μαργαρίτης κατάφερε να χειροτονήσει μόνο ένα φίλο του Επίσκοπο.

Τότε ήταν που αναμίχθηκε και η Καθολική Εκκλησία η οποία βλέποντας να πετυχαίνει η ρουμάνικη προπαγάνδα αποφάσισε να επωφεληθεί και  έγινε αυτό που λέει η παροιμία για τους δύο γαϊδάρους σε ξένο αχυρώνα.

Ο Μαργαρίτης αποδείχτηκε «υπηρέτης δύο αφεντάδων» και έπεσε σε δυσμένεια από τον φίλο του καθολικό ιερέα πάτερ-Faveyrial ο οποίος είχε καταφέρει  να  εμφανίσει «ουνίτες  Βλάχους» στο Περιβόλι, Γρεβενά και Μοναστήρι. Παράλληλα όμως μπήκε στο παιχνίδι και η Αυστροουγγαρία που ήθελε μερίδιο από την πίτα της διαλυόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  με αποτέλεσμα να συγκρουστούν όλοι μεταξύ τους και τελικά να μην γίνει τίποτα.

Αυτά είναι τα γεγονότα εκλαϊκευμένα  και ερχόμαστε στο μεγάλο ΓΙΑΤΙ;

Γιατί η Ρουμανία επέμενε σ’  αυτό το θέμα;;

Εδώ θα δανειστούμε σημειώσεις από το βιβλίο του Ευάγγελου Αβέρωφ «Η πολιτική πλευρά του Κουτσοβλαχικού ζητήματος» το οποίο επανέκδωσε ο  Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων.

    Οι  πραγματικές  αιτίες  ήταν  οι  εξής:

  • Συναισθηματικοί λόγοι για έναν λαό που προσπαθούσε τότε να βρει την εθνική του ταυτότητα και είχε πράγματι σκλαβωμένους αδελφούς, αλλά στην Τρανσυλβανία και Νότια  Βεσσαραβία (σημερινή Δημοκρατία της Μολδαβίας) δηλ.  ένας  ρομαντικός  εθνισμός.
  • Έπρεπε να  δημιουργήσει έναν αντιπερισπασμό σ’ αυτό το ζήτημα που δεν μπορούσε να λύσει οδηγώντας την κοινή γνώμη προς ένα άλλο θέμα (σ’ αυτό  συμφωνεί και ο Στέφανος  Δραγούμης) και έδωσε υπόσταση σ’ ένα ανύπαρκτο  θέμα.
  • Όταν αυτό το ζήτημα ανδρώθηκε αποτελούσε ένα διπλωματικό όπλο για την Ρουμανία η οποία απέκτησε από το μηδέν ένα σημαντικό  διαπραγματευτικό  μέσο προσβλέποντας και σε κέρδη από την διαλυόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι  σχέσεις  Ελλάδας και Ρουμανίας  διακόπηκαν τον Ιούνιο του 1906 και η Ρουμανία έκλεισε τα ελληνικά σχολεία στο έδαφός  της.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) και των Βαλκανικών Πολέμων (1912 – 1913) οι ρουμανίζοντες Βλάχοι συνεργάστηκαν με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των Βλάχων ήταν Έλληνες πατριώτες οι οποίοι βοήθησαν τους Μακεδονομάχους και για  τους  οποίους ο Έλληνας Πρόξενος στην Θεσσαλονίκη Κορομηλάς είπε αργότερα:  «αν  δεν  είχα  τους  Κουτσόβλαχους  δεν θα μπορούσα  να  τα  βγάλω πέρα στον Μακεδονικό  Αγώνα»

Έγιναν πολλά γεγονότα  τα  οποία  είχαν  άσχημη  κατάληξη  για  τους Βλαχόφωνους  Έλληνες:  Το  1913  στη  Διάσκεψη  του  Βουκουρεστίου  ο  Ελευθέριος Βενιζέλος  αναγκάστηκε, έχοντας ανάγκη την πολύτιμη συμμαχία των Ρουμάνων έναντι των Βουλγάρων, να υποχωρήσει και να  δεχθεί  ν’  αναγνωρίσει Βλαχορουμάνικη εθνότητα, την αυτονομία των ρουμανο-βλάχικων σχολείων και εκκλησιών και την επιχορήγηση της Ρουμανίας στα  σχολεία  με  επίβλεψη  της  Ελλάδας.

Σε αντάλλαγμα, οι Ρουμάνοι, όταν ο ελληνο-βουλγαρικός πόλεμος (Β΄ Βαλκανικός) ήταν στο αποκορύφωμα του το καλοκαίρι του 2013, επιτέθηκαν στην Βουλγαρία και έφτασαν έξω από την Σόφια, αναγκάζοντας τους Βούλγαρους να συνθηκολογήσουν.

Κάποιοι τον κατηγόρησαν ως προδότη των Βλάχων κι άλλοι ότι αναγκάστηκε να υποχωρήσει για να ελευθερώσει τουλάχιστον την πατρίδα των  Βλάχων… Σε παρόμοια διλήμματα της Ιστορίας ο Βενιζέλος βρέθηκε και σε άλλες δύο περιπτώσεις εκείνη την εποχή. Στην Βόρειο Ήπειρο και στο Μοναστήρι.

Είναι  γνωστές  οι  επιστολές Βενιζέλου – Μαγιορέσκο  οι  οποίες καθιέρωσαν το 1913 από απόψεως Διεθνούς Δικαίου το Κουτσοβλάχικο ζήτημα  σαν  ένα  ζήτημα  ιδιαίτερης εθνότητας  δηλ.  μειονότητας.

Έτσι η Ρουμανία συνέχισε να παίρνει αγνό ελληνικό υλικό να τους διδάσκει τη ρουμάνικη γλώσσα και να κατασκευάζει φανατικούς “Ρουμάνους”  μέσα στην Ελλάδα τους οποίους  όμως δεν δίσταζε σε καμία περίπτωση να ξεπουλάει στην Τουρκία όταν εξυπηρετούντο τα συμφέροντά  της.

Όλη αυτή η κατάσταση είχε άσχημη κατάληξη και από το 1925  έως  το 1932, 2.500  περίπου  οικογένειες  Βλάχων  της  Μακεδονίας  μετακινήθηκαν  στην  Ρουμανία παρασυρμένες από τις απατηλές υποσχέσεις της δηλώνοντας οικειοθελώς και εγγράφως ότι είναι ρουμανικής καταγωγής   αρνούμενες την ελληνική τους ιθαγένεια:  και αυτή η έγγραφη άρνηση ήταν μία σοφή  πράξη του Ελευθερίου Βενιζέλου που γλύτωσε την Ελλάδα από  κάποια δεινά.

Όμως από τους απογόνους αυτών των οικογενειών η Ρουμανία κατασκεύασε φανατικούς ανθέλληνες τους αποκαλούμενους σήμερα  Μακεδοναρμάνους οι οποίοι αγωνίζονται  στα  διεθνή  φόρα  για  να  αποδείξουν  ότι  υπάρχει «έθνος  Βλάχων  καταπιεσμένο  από  την  Ελλάδα» και αυτούς τους «γενίτσαρους» δυστυχώς πολεμούν και αντιμετωπίζουν μόνοι τους οι Βλαχόφωνοι Έλληνες χωρίς στην ουσία καμιά βοήθεια από το Ελληνικό Κράτος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ζούνε για πάντα στον Πειραιά… αλλά ποιος τους θυμάται;

    Του Αλέξη Σαΐτη… Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί ποια είναι η σχέση ενός κατοίκου μιας πόλης με το παρελθόν της. Και μιλάω συγκεκριμένα για το έμψυχο παρελθόν της. Για τους ανθρώπους που έζησαν και κόσμησαν τον τόπο του. Ακόμα και τα τείχη μιας πόλης είναι παιδεία, εκπαίδευση του πολίτη,[…]

Περισσότερα »

“Συμφωνική” για την Ελλάδα

Του Χάρη Παυλίδη……. Δεν υπάρχει εχέφρων άνθρωπος, σοβαρός και υπεύθυνος πολίτης, που επιχαίρει με το ενδεχόμενο κατάρρευσης της χώρας του, ακόμα και όταν αυτή-όπως στην προκειμένη περίπτωση- οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε άστοχες ενέργειες και ερασιτεχνικούς κυβερνητικούς χειρισμούς. Όπως και δεν υπάρχει πατριώτης που αισθάνεται ικανοποίηση με το σκεπτικό ότι[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *