Οι σύγχρονες προκλήσεις για τον Ελληνισμό της Κορυτσάς

Του Θοδωρή Ασβεστόπουλου

Η περιοχή που σήμερα αποτελεί διοικητικά την Περιφέρεια Κορυτσάς στην Βόρειο Ήπειρο, χάρισε στον Ελληνισμό σημαντικές προσωπικότητες όπως τους Εθνικούς Ευεργέτες Ιωάννη Μπάγκα, Γεώργιο και Σίμων Σίνα.

Μάλιστα στη πόλη καταγωγής της οικογένειας Σίνα, την Μοσχόπολη, λειτουργούσε κατά τον 18ο αιώνα, το δεύτερο ελληνικό τυπογραφείο, εφόσον το πρώτο ήταν αυτό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη.

Από την δεκαετία του 1920, το αλβανικό κράτος έκλεισε τα κοινοτικά σχολεία όπου διδασκόταν η ελληνική γλώσσα, ενώ από την εγκαθίδρυση του κομουνιστικού καθεστώτος το 1945 έως σήμερα δεν αναγνωρίζεται στην περιοχή η ύπαρξη εθνικής ελληνικής μειονότητας.

Στις παραμεθόριες περιοχές

Εν έτη 2020, στον νομό Δεβόλη, με έδρα την Βίγλιστα, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στα σύνορα με την Ελλάδα και τον νομό Κορυτσάς, ο ορθόδοξος πληθυσμός έχει αποψιλωθεί.

Στην απογραφή του 1914 η συγκεκριμένη περιοχή κατοικούταν κατά 55% από Χριστιανούς Ορθόδοξους και 45% από μουσουλμάνους.

Σήμερα όμως οι μουσουλμάνοι αποτελούν το 95% του πληθυσμού εκεί!

Τα χωριά Δέρλεν, Μπράντβιτσα, Γκιούρεσι, Γκράψι και Ρόβι είχαν στην συντριπτική τους πλειοψηφία κατοίκους ελληνο-ορθόδοξους, αλλά σήμερα στην καλύτερη περίπτωση το κάθε χωριό έχει μόλις δύο ορθόδοξες οικογένειες.

Άλλα χωριά του νομού, όπως η Χοτσίστα, το Ζιτσίστι και το Τρένι, κατοικούνται στο 20% από ορθοδόξους, από 90% που ήταν μέχρι το 1990.

Από την εποχή της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα, οι αλβανικές αρχές απομάκρυναν τον ελληνο-ορθόδοξο πληθυσμό από τις παραμεθόριες με την Ελλάδα περιοχές της Περιφέρειας Κορυτσάς, χρησιμοποιώντας διάφορες ήπιες μεθοδεύσεις, όπως υποτροφίες για σπουδές στους νέους και μετεγκαταστάσεις για εργασία σε βιομηχανίες και μεταλλεία στην κεντρική και βόρεια Αλβανία.

Παράλληλα τα χωριά αυτά δεν εντάχθηκαν στα προγράμματα χρηματοδοτήσεων για έργα υποδομής με αποτέλεσμα να ερημώσουν κατά την διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Η απογραφή του 2011

Στην τελευταία απογραφή πληθυσμού στην Αλβανία, το 2011, έγινε νοθεία στην καταγραφή των δηλώσεων εθνικότητας των κατοίκων στην Περιφέρεια Κορυτσάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χωριό Χοτσίστα, όπου σύμφωνα με έγκυρες πηγές, 180 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνικότητα, αλλά αργότερα στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων οι αλβανικές αρχές εμφάνισαν ως Έλληνες εκεί λιγότερους από 20!

Στην πόλη της Κορυτσάς δε, στις συνοικίες 1 και 2, όπως ονομάζονται επίσημα, δήλωσαν Έλληνες το 68% των κατοίκων, ενώ σε όλη την Περιφέρεια Κορυτσάς, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, εξέφρασαν ελληνική εθνική συνείδηση τουλάχιστον 25.000 κάτοικοι.

Όμως τα Τίρανα, παρουσίασαν μόλις 2.200 Έλληνες για την Περιφέρεια Κορυτσάς!

Πέρασμα μεταναστών

Σήμερα όμως η περιοχή γνωρίζει για τα καλά και την πρόκληση του μεταναστευτικού…

Από το φθνινόπωρο του 2019 υπήρχαν καταγγελίες από τον Έλληνα βουλευτή Κορυτσάς Γρηγόρη Καραμέλο, από το βήμα της αλβανικής Βουλής προς το Υπουργείο Εσωτερικών στα Τίρανα, για καθημερινά φαινόμενα εισροής μουσουλμάνων μεταναστών από το μεθοριακό σημείο της Ιεροπηγής Καστοριάς, οι οποίοι έρχονταν από την Τουρκία μέσω Ελλάδας.

Οι παράτυποι μετανάστες κατά την διέλευση τους από τις παραμεθόριες περιοχές της Κορυτσάς έμπαιναν για να καταλύσουν παράνομα σε ακατοίκητα σπίτια αλλά και σε εκκλησίες όπου προκαλούσαν φθορές επανειλημμένα.

Και όλα αυτά υπό τα απαθή βλέμματα των ανδρών της αλβανικής αστυνομίας και της FRONTEX.

Από τις αρχές καλοκαιριού του 2020 παρατηρούνται στην περιοχή ξανά τα ίδια φαινόμενα.

Μάλιστα στις αρχές Ιουλίου συνελήφθησαν κοντά στο Πόγραδετς δύο Κοσσοβάροι διακινητές, οι οποίοι μετέφεραν με τα μικρά τους πούλμαν μετανάστες προς την Πρίστινα, με την προοπτική να τους μεταφέρουν από εκεί πιο εύκολα προς την κεντρική Ευρώπη.

Διακοπή υποτροφιών

Και ενώ εξελίσσονται όλα αυτά, τον περασμένο μήνα (Ιούλιος 2020) ήρθε η διακοπή υποτροφιών από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας σε φοιτητές ελληνικής καταγωγής από την Κορυτσά.

Η ελληνική Πολιτεία οφείλει να στηρίζει όσο πιο έμπρακτα και δυναμικά τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, και δη τους μη αναγνωρισμένους από το αλβανικό κράτος, όπως αυτούς της Κορυτσάς, ειδικά αυτή την περίοδο των εθνικών προκλήσεων και ενώ μάλιστα μέρα με την μέρα γίνεται όλο και πιο σφιχτός ο εναγκαλισμός του αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα με τον τούρκο πρόεδρο Ερντογάν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το “Brexit” αποτελεί «αχαρτογράφητα νερά» για την Ευρώπη

Του Βασίλη Κορκίδη*… Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε και το ενδεχόμενο ενός “Brexit”, αναμφισβήτητα, ανησυχεί την Ευρωπαϊκή επιχειρηματική κοινότητα, αφού αποτελεί «αχαρτογράφητα νερά» για όλη την Ευρώπη. Ανησυχεί και εμάς τους Έλληνες επιχειρηματίες και κυρίως τις δραστηριότητες στον τουρισμό και το εμπόριο, γιατί θα κοστίζει πολύ ακριβότερα στους Βρετανούς τουρίστες να[…]

Περισσότερα »

Το Κόμμα Δημοκρατίας των Λαών στέρησε την αυτοδυναμία Ερντογάν

Του Θ. Ασβεστόπουλου… Πύρρειο νίκη σημείωσε στις βουλευτικές εκλογές της Τουρκίας το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Μετά από 13 χρόνια διακυβέρνησης της γείτονος χώρας, αναδείχθηκε μεν πρώτο με το 40,86% των ψήφων, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει την αυτοδυναμία. Το κόμμα του Προέδρου της Δημοκρατίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν[…]

Περισσότερα »

4 comments

  1. Κατά τον Αθανάσιο Ψαλίδα: «Η Κορυτζά ή Γκιόρτζα, κωμόπολις με 800 σπίτια, τα μισά μουσουλμανικά και τα μισά χριστιανικά… όλοι οι κάτοικοι Αλβανοί και άλλην γλώσσα δεν ξέρουν. Και η πόλη του Αργυροκάστρου… περιέχει ως 2500 σπίτια εξ ων στα 300 σχεδόν μένουν Χριστιανοί, στα δε υπόλοιπα Τούρκοι. Και οι Χριστιανοί και οι Τούρκοι είναι Αλβανοί.» (Βλ. Κοσμά Θεσπρωτού και Αθανασίου Ψαλίδα…, σελ. 14. 66), εννοώντας προφανώς με το ‘Χριστιανοί’ και ‘Τούρκοι’ χριστιανούς και μουσουλμάνους.

    Τον αλβανικό χαρακτήρα των δύο πόλεων μαρτυρεί και ο Παναγιώτης Αραβαντινός: «Γκιόρτζα ή Κορυτζά, πόλη της Μακεδονίας, η πόλη κατοικείτο από 2000 οικογένειες, σχεδόν όλες οικογένειες Αλβανών..», ενώ για το Αργυρόκαστρο σημειώνει ότι «οικείται ήδη η πόλις αύτη υπό 2000 περίπου οθωμανικών οικογενειών, των πλείστων αλβανικής φυλής, πλουσίων και επιχειρηματιών… και υπό 200 χριστιανικών μικρεμπόρων και τεχνιτών.» (Π. Α. Π., «Χρονογραφία της Ηπείρου», Αθήναι 1856, τόμος Β’, σελ. 18. 41)

    Ο ίδιος ο Αραβαντινός συμπληρώνει αλλού για την Κορυτσά: «Ο πληθυσμός αυτής αναβαίνει στην εποχή ταύτη σε είκοσι χιλιάδας ψυχές, από τις οποίες μόλις το 10% πρεσβεύουν τον μωαμεθανισμό. Οι κάτοικοι τους ανήκουν κυρίως στην αλβανική φυλή, μιλούν την αλβανική γλώσσα ως μητρική, την δε ελληνική περισσότερο ή λιγότερο γνωρίζουν και μιλάνε οι άνδρες γενικά.» (Παναγιώτη Αραβαντινού, «Περιγραφή της Ηπείρου», ΕΠΜ, Ιωάννινα 1984, τόμος Α’, σελ. 52, 114)

    Ας δούμε τι λέει και ο Δασσαρήτης Ηλίας: «Καθ’ άπασαν την εκ 40.000 κατοίκων και επέκεινα κατοικουμένην κοιλάδα της Κοριτσάς λαλείται η αρχαϊκωτάτη αλβανική γλώσσα (ιλλιριοπελασγικού στελέχους), της Ινδοευρωπαϊκής των γλωσσών ομοφυλίας, ως εις πλείστα μέρη της Ηπείρου, ένθα και κατά Στράβωνα ‘το των Ηπειρωτών γένος δίγλωττον αεί’…» (“Περί της Κοριτσάς” του Ηλία Δασσαρήτου, στο “Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος”, τόμ. 5ος, Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου Αδελφών Περρή, 1900, σελ. 135)

    Το αυτό επιβεβαιώνει και ο Ζώτος ο Μολοσσός από τη Δρόβιανη στο ‘Δρομολόγιον της Ελληνικής Χερσονήσου’ (τόμος Δ’, τεύχος Α’, εν Αθήναις, 1878) που εκδόθηκε με την έγκριση του τότε Υπουργείου επί των Στρατιωτικών, όπου και αναγνωρίζει τον αλβανικό χαρακτήρα και πληθυσμό της πόλης και της ευρύτερης περιοχής: «Η κοιλάς της Κορυτσάς είναι ευφορωτάτη εις δημητριακούς καρπούς, έχει νομάς αξιολόγους και ποίμνια πολλά και πληθυσμό της επαρχίας 20.000 ψυχές Τουρκαλβανών, 30.000 χριστιανών Αλβανών, το όλον 50.000…» ενώ σε άλλη σελίδα λέει για την πόλη ότι «…έχει 2000 κτήρια ελληνοαλβανικά με 10.000 ψυχές και 500 τουρκαλβανικά με 3000 ψυχές» όπου με τον όρο ‘ελληνοαλβανικά’ εννοεί τα σπίτια των χριστιανών ορθοδόξων Αλβανών και με το ‘τουρκαλβανικά’ εννοεί τα σπίτια των μουσουλμάνων Αλβανών, όπως φαίνεται από τις αναφορές ‘20.000 ψυχές Τουρκαλβανών’ και ‘30.000 χριστιανών Αλβανών’.

  2. Στη ‘Γεωγραφία της Κορυτσάς’ λέγεται: «Σύμπαντες οι άνθρωποι, μεγάλοι και μικροί, όσοι ζώσιν εις μίαν πόλιν, κωμόπολιν, κώμην λέγονται κάτοικοι, και αποτελούσι τον πληθυσμόν αυτών. Οι κάτοικοι της Κορυτσάς κατ’ αμφότερα τα τμήματα είνε 10.000 και σχεδόν πάντες λαλούσι μίαν και την αυτήν γλώσσα. Η γλώσσα αύτη λέγεται Αλβανική, διότι ομιλούμεν αυτήν ημείς οι Αλβανοί…Οι κάτοικοι της Κορυτσάς δεν έχουσι πάντες και το αυτό θρήσκευμα, ως έχουσι την αυτήν γλώσσα, αλλ’ άλλοι μεν είναι Μωαμεθανοί, άλλοι δε χριστιανοί ορθόδοξοι.» (Χ.Καρμίτση, ‘Γεωγραφία της Κορυτσάς και της Περιοικίδος, προς Χρήσιν των Κατωτέρων Τάξεων του Αστικού Σχολείου των Αρρένων και του Παρθεναγωγείου’, εν Θεσσαλονίκη 1888, σελ. 10-11)

    Ας δούμε τί λέει και η Εγκυκλοπέδια του Ισλάμ: «Ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, Felix Beaujour, και ο Βρετανός περιηγητής και συνταγματάρχης Leake, γράφοντας και οι δύο την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα, περιγράφουν την Κορυτσά ως ένα μέρος με 450 σπίτια και με πληθυσμό 3.000 ψυχών. Μετά από αυτόν τον καιρό η πρόοδος της πόλης προχώρησε γρήγορα. Ο J.G. von Hahn (Albanische Studien, Jena 1854, 55) μίλησε για: ‘dem rasch aufbluhenden Gjortscha’. Άλλες πηγές αναφέρουν έναν πληθυσμό 10.000 κατοίκων το 1859. Τη όγδωη δεκαετία του περασμένου αιώνα, ο Σαμί μπέι περιγράφει την πόλη στο ‘Kamus al-a’lam’ ως ένα μέρος με 18.000 κατοίκους, 757 μαγαζιά, 23 χάνια, δύο τζαμιά, έναν μεντρεσέ, έναν τεκκέ, ένα ιμαρέτ, δύο χαμάμ, έναν πύργο ρολογιού και τέσσερις εκκλησίες. Στα τέλη του αιώνα η πόλη κάηκε σε μια μεγάλη πυρκαγιά. Ξαναχτίστηκε από το Αχμέτ Εγιούπ Πασά με βάση ένα νέο και μοντέρνο σχέδιο με μεγάλους και φαρδείς δρόμους…Ανάμεσα στο 1887 και το 1902 η Κορυτσά διατηρούσε ένα ιδιαίτερο αλβανικό σχολείο, το πρώτο σχολείο όπου τα μαθήματα δίνονταν στην αλβανική γλώσσα… Γύρω στο 1900, ο Heinrich Gelzer μέτρησε 2.027 σπίτια στην Κορυτσά, από τα οποία τα 1.420 κατοικούνταν από χριστιανούς ορθόδοξους Αλβανούς, τα 102 από Βλάχους και τα 505 από μουσουλμάνους Αλβανούς (Vom Heiligen Berge und aus Makedonien, Leipzig 1904, 200). Άλλες πηγές επίσης αναφέρουν πληθυσμό κατά τα 2/3 χριστιανικό και κατά το 1/3 μουσουλμανικό….Σύμφωνα με μία γαλλική απογραφή του 1916 αριθμούσε 22-23.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 17.779 ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και οι 5.464 ήταν μουσουλμάνοι, όλοι αλβανόφωνοι (Justin Godart, L’ Albanie en 1921, Paris 1922, 94)….» (The Encyclopaedia of Islam edited by Sir H. A. R. Gibb, Brill Archive, 1954, p. 266)

    Η Κορυτσά λοιπόν ήταν πληθυσμιακά, στην πλειοψηφία της, αλβανική πόλη. Σύμφωνα με βρετανικό μνημόνιο της 28/1/1919, η Κορυτσά θεωρούνταν κατά κύριο λόγο Αλβανική. (Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Θεσσαλονίκη 1978)

    Η ελληνική προπαγάνδα εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Κορυτσάς ήταν στην πλειοψηφία τους Χριστιανοί Ορθόδοξοι, και κάποιοι από αυτούς Βλάχοι. Το 1923, η επιτροπή της ΚτΕ σημείωνε πως: «Στην Κορυτσά στην ουσία δεν υπάρχει ελληνόφωνος πληθυσμός και όταν ο Κλεμανσώ έλεγε το 1913 ότι εκεί η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Έλληνες, αυτή η γνώμη, η οποία δεν συνάδει με τα γεγονότα, αντανακλά τη σύγχυση μεταξύ θρησκείας και εθνολογικής κατάστασης. Η σύγχυση αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη στην συζήτηση περί βαλκανικών ζητημάτων, σύμφωνα με την οποία η ορθόδοξη θρησκεία ταυτιζόταν με την ελληνική εθνικότητα.» (Η Ελληνική Μειονότητα της Αλβανίας, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2003, σελ. 28)

  3. Ο Γάλλος διπλωμάτης και φιλόλογος Auguste Dozon (1822-1890), υπηρέτησε ως Πρόξενος της Γαλλίας στο Βελιγράδι (1854-1863), στο Μόσταρ (1863-1865, 1875-1878), στη Φιλιππούπολη (1865-1869), στα Γιάννενα (1869-1875), στην Κύπρο (1878-1881), και στη Θεσσαλονίκη (1881-1885). Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την αλβανική γλώσσα, την οποία ξεκίνησε να μαθαίνει στα Γιάννενα μετά που συναντήθηκε με τον Johann Georg von Hahn και νεαρούς Αλβανούς φοιτητές, στην κάποτε πρωτεύουσα της Αλβανίας (όπως ονόμαζε τα Γιάννενα). Το αποτέλεσμα των ερευνών του στην αλβανική γλώσσα και λαογραφική παράδοση, ιδιαίτερα στην προφορική αλβανική λογοτεχνία, καταγράφεται στα βιβλία του ‘Manuel de la langue chkipe ou albanaise’ [Εγχειρίδιο των Σκιπ ή της αλβανικής γλώσσας], που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1879, και ‘Contes albanais, recueillis et traduits’ [Αλβανικά λαϊκά παραμύθια, συλλεγόμενα και μεταφρασμένα], που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1881.

    Για το Λεσκοβίκι λέει: «Οι μουσουλμάνοι που αποτελούν περισσότερο από τα 5/6 του πληθυσμού του Λεσκοβικίου, σχεδόν όλοι αποκαλούν τους εαυτούς τους μπέηδες…Κάποτε θεωρούνταν πολύ φανατικοί και ήταν μόνο πριν 7 ή 8 χρόνια που επέτρεψαν να χτιστεί μία εκκλησία. Η αίρεση των Μπεκτασίδων έχει διαδοθεί ανάμεσα τους και ο αριθμός των ακολούθων της ανέβηκε στους 60 μέσα σε μερικά χρόνια…Κανένας από τους άντρες δεν αφήνει το σπίτι του χωρίς χωρίς μία ομάδα οπλισμένων σωματοφυλάκων, συνηθισμένο φαινόμενο στις αλβανικές περιοχές όπου οι αιματηρές βεντέτες είναι αρκετά διαδεδομένες.»,

    ενώ για την Κορυτσά λέει: «Λιγότερο από το 1/6 του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι. Αποτελούν περίπου 200 από τα 1.500 συνολικά σπίτια. Υπάρχουν μόνο 2 τζαμιά, ένα από τα οποία είναι πολύ μικρό… Οι χριστιανοί της Κορυτσάς είναι άξιοι θαυμασμού για τις θυσίες που έχουν κάνει να μορφώσουν τους νέους ανθρώπους και να βοηθάνε τους φτωχούς επειδή, όπως οι κάτοικοι (όλων των θρησκειών) άλλων τουρκικών πόλεων, υπόκεινται στους φόρους που η κυβέρνηση και οι υπάλληλοι της τους επιβάλλουν από καιρό σε καιρό, και από τους οποίους δεν μπορούν να ξεφύγουν χωρίς να κερδίσουν την αποδοκιμασία των αρχών…Ο πληθυσμός αυτής της περιοχής, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αλβανικός… Στον περιβάλλοντα χώρο της Κορυτσάς, υπάρχουν μόνο δύο μικρά βουλγάρικα χωριά, και ένας χειμωνιάτικος οικισμός Βλάχων.» (Auguste Dozon, Excursion en Albanie, (report sent to the French Ministry of Foreign Affairs, Department of Consular and Commercial Affairs, in Paris), published in Bulletin de la Société de Géographie, Paris, June 1875 – Translated from the French by Robert Elsie)

  4. Ο προσδιορισμός της Κορυτσάς, ως σημαντικού κέντρου για την προώθηση των σχεδίων των Αλβανών πατριωτών, προκάλεσε την αντίδραση του μητροπολίτη της πόλης καθώς και των μελών της δημογεροντίας που προσανατολίζονταν προς τον Ελληνισμό, παρά τη βλάχικη καταγωγή των περισσοτέρων από αυτούς. Περαιτέρω προχώρησαν και στη σύνταξη μυστικού υπομνήματος προς τοελληνικό υπΕξ. όπου υποδείκνυαν μέσα και τρόπους αντίδρασης απέναντι στους Αλβανούς εθνικιστές. Συγκεκριμένα πρότειναν:

    α) την εγκατάσταση Έλληνα διπλωμάτη στην Κορυτσά, έστω και κατ’ αρχάς μη αναγνωρισμένου από τις οθωμανικές αρχές•
    β) την προσάρτηση εκκλησιαστικώς μερικών χωριών στη μητρόπολη Κορυτσάς•
    γ) τη συγκρότηση μυστικής ολιγομελούς αδελφότητας στην Κορυτσά με ελληνικούς προσανατολισμούς και με μερικά μέλη της που θα λειτουργούσαν ως όργανα της ελληνικής κυβέρνησης•
    δ) τη με οποιοδήποτε τρόπο και μέσα καταστροφή του αλβανικού κέντρου στο Βουκουρέστι.•
    ε) την ενημέρωση της οθωμανικής κυβέρνησης για τις ενέργειες των Αλβανών εθνικιστών, ώστε να καταδιωχθούν τα μέλητης «Drita» στην Κορυτσά και στην Κων/λη•
    στ) την οικονομική αλλά και ηθική ενίσχυση του μητροπολίτη Κοριτσάς και των χριστιανών προκρίτων που ήταν προσανατολισμένοι στο ελληνικό εθνικό ιδεώδες•
    ζ) την επέκταση των δραστηριοτήτων του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» και την αποστολή στον αλβανικό χώρο δασκάλων, οι οποίοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την ιδέα του κοινού παρελθόντος αλλά και συμφέροντος Ελλήνων και Αλβανών, ανεξαρτήτως θρησκεύματος•
    η) προστασία του βαθύπλουτου Ιωάννη Μπάγκα, που κατοικούσε στην Αθήνα, ώστε να μην επηρεαστεί από τους Αλβανούς εθνικιστές και με τρόπο που η περιουσία του μετά το θάνατο του να περιέλθει στα χέρια των χριστιανών προκρίτων Κορυτσάς με ελληνική συνείδηση. Σε όλα τα παραπάνω σημείωναν τον επείγοντα χαρακτήρα που έπρεπε να πάρουν οι σχετικές ενέργειες. (A.Y.E., 1886, [Β, 33]: Υπόμνημα περί του Αλβανικού ζητήματος. Εν Κορυτσά 1 (13)Σεπτεμβρίου το 1886. Η πατρότητα του υπομνήματος αποδεικνύεται από ιδιόχειρο σημείωμα του μητροπολίτη Κορυτσάς)

    Έγραφε η αλβανική εφημερίδα «Drita» που τυπώνονταν στη Σόφια για τον Μητροπολίτη Κορυτσάς Φώτιο:

    «Είναι θεοσεβής ο Αρχιερεύς μας, αλλά και Ιησουΐτης τέλειος, νηστεύει πάντοτε αλλά και κινεί κάθε κακοποιό ελατήριο κατά των ατυχών ημών Αλβανών ώστε να ματαιώσει κάθε εθνικό μας σκοπό, ώστε να μας προσηλυτίσει στην ελληνική ιδέα, φροντίζοντας με καταχθόνια μέσα ώστε να κλείσουν τα Αλβανικά μας σχολεία, ώστε να γίνουν έρευνες στον κάθε Αλβανό, αδιαφορώντας για την περαιτέρω τύχη μας και περιορίζοντας μας με πρόστιμα και κατάρες και αφορισμούς να μη μιλάμε την μητρική μας γλώσσα ούτε στον δρόμο, ούτε στις συναναστροφές, ούτε ακόμα και στα ίδια μας τα σπίτια! Παράλογη απαίτηση και παράτολμη αξίωση! Με άλλα λόγια να επιβάλλουμε ακόμα και στους γέροντες γονείς μας, στους παππούδες μας και στους υπόλοιπους ηληκιωμένους συγγενείς μας, να συνδιαλέγονται μαζί μας Ελληνιστί! … Αλλά με πιο δικαίωμα, Σεβασμιώτατε; Τι είστε εσείς και μας επιβάλλεστε με αυτόν τον τρόπο; Μήπως δεν είστε ένας κληρικός, ένας μισθωτός μας για τα χριστιανικά μας καθήκοντα; … Εάν τολμήσουμε να κατηγορήσουμε τη γλώσσα και τον εθνισμό σας, θα μας μισήσετε; Βεβαίως. Τότε με πιο δικαίωμα εσείς κατηγορείτε και καταδιώκετε τη γλώσσα μας και τον εθνισμό μας;» (Εφημερίδα Drita, αρ. φύλλου 74, Α.Υ.Ε. (Αρχεία Υπουργείου Εξωτερικών) 1906, 64. 3)

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *