Σταύρος Λαγκαδιανός: Ο γητευτής των λέξεων

“Έλλη, σε κοιτάζω και φοβάμαι… Σαν τότε πρίν 17 χρόνια….

Κρατάς στα μάτια σου μια αποκλεισμένη ανάγκη ανάστασης.

Και σ’ αγαπούσα, όσο μια λεπτή κίνηση ήχου στα βλέφαρα από τον ήλιο μιά ευεργεσία.

Και σου φωνάζω, Έλλη, πώς ποτέ άλλοτε οι ωκεανοί δεν αμφισβητήθηκαν τόσο πολύ από τα πέλαγα και οι στεριές από τις περιπλανώμενες σχεδίες….Και το ταξίδι να το φτιάχνει μια βάρκα….

Βλέπεις του γλάρους, Έλλη; Πάνω στο γραφείο μου χαρτιά και βιβλία…Ναυάγια, κηλίδες ζωντανών που σαλεύουν, θάμνοι στις αμμουδιές που ξεράθηκαν, λίγα μέτρα ξύλινων σανιδωμάτων και κρεβατιών που σπάσανε και καρφώθηκαν στα βράχια….

Βλέπεις τους νεοσσούς των γλάρων; Λευκά αυγά σε μαύρες τρύπες γρανίτη. Βράχια….Μπορεί να’ ναι ψυχές, μπορεί να’ ναι και νότες…..”

Συνέντευξη στην Γεωργία Δαλιανά*

Η γραφή του Σταύρου Λαγκαδιανού ονειρική, θυελλώδης και απόκρημνη, ως τόπος ουσιαστικά εκρηκτικός, αγγίζει τα ακρότατα όρια ενός ιδιότυπου μαγικού ρεαλισμού, που λειτουργεί σαν μαγνήτης και μετατρέπει την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης (αταξία και λήθη) σε Πάθος ψυχής.

Η νοσταλγία του αδύνατου, η τραγικότητα της μνήμης, η εκκρεμότητα του ανθρώπινου χρόνου (όλα μοιάζουν ή είναι επισφαλή), το θάμβος της ελπίδας, η οδύνη του έρωτα, η αποξένωση, το ορφάνεμα του βλέμματος, ο θρίαμβος των ερειπίων, το αίνιγμα του άρρητου και του θανάτου, είναι μερικές μόνο από τις προκλήσεις του συγγραφέα που στροβιλιζονται στις σελίδες του και συνθέτουν τη διαρκώς μεταβαλλόμενη ανθρωπογεωγραφία ενός κόσμου αδιέξοδου φορτισμένου με πολλές πραγματικότητες. “Και το ταξίδι να το φτιάχνει μια βάρκα..”.

‘Εχει κανείς την αίσθηση πως ανάμεσα στις λέξεις του  αγρυπνά μια άλλη γλώσσα, μια ηχώ δήμια θάλασσα των τροχών, που μας λυγίζει, μας απαιτεί και μας διαλυει, ως την ουσία των πραγμάτων ή την ανατίναξη τους.

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954

Ο Σταύρος Λαγκαδιανός γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954 και πέθανε το 2017. Σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠΑ και ασχολήθηκε με την δικηγορία. Από την εφηβεία του άρχισε να γράφει πρωτόλεια διηγήματα αλλά γρήγορα προχώρησε στη συγγραφή πιο ώριμων και ολοκληρωμένων διηγημάτων. Τότε είναι που συνειδητοποιεί ότι το μυθιστόρημα και η νουβέλα είναι τα είδη που τον προκαλούν και σε αυτά θέλει να δοκιμαστεί.

Κατά την διάρκεια της ζωής του είχε την μοναδική τύχη να γνωριστεί με τους μεγάλους της ελληνικής λογοτεχνίας και να αναπτύξει με αυτούς στενές σχέσεις. Γνωρίζει την Έλλη Αλεξίου, η οποία επιδοκιμάζει χωρίς ενδοιασμούς την λογοτεχνική αξία του. Είναι η πρώτη που τον ενθαρρύνει με θέρμη. Το 1975 γνωρίζει και συνδέεται με στενή φιλία με τον Μιχάλη Κατσαρό. Πιστεύοντας ο ποιητής στην αξία του τον ωθεί να εκδώσει βιβλία του.

Η πιο μεγάλη τιμή είναι η γνωριμία του με τον μεγάλο Γιάννη Ρίτσο την ίδια χρονιά. Η γνωριμία τους πολύ γρήγορα έγινε στενότατη φιλία και οικειότητα, καθώς ο ποιητής τον αποδέχτηκε, όχι μόνο ως λογοτέχνη αλλά και ως άνθρωπο. Περνούσαν πολύ χρόνο μαζί, μέχρι το θάνατο του ποιητή. Υπήρξε ο δάσκαλός του σε πολλά που τον επηρέασαν στην σκέψη και στην ψυχή του. Απρόσμενη ήταν και η γνωριμία του με τον άλλο μεγάλο ποιητή, τον Οδυσσέα Ελύτη, γνωριμία που γρήγορα και αυτή μετουσιώθηκε σε φιλία στενή μέχρι τον θάνατο του ποιητή.

 Το 1985 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο το ”Έν-δυο, κάτω” από τις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ. Το 1988 πάλι από την ΕΣΤΙΑ εκδίδεται το βιβλίο ”Από το 1 έως το 31”. Το 2003 εκδίδεται το΄΄Τσαλακωμένο Φουστάνι” από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ και το 2010 το “Πέρασαν πάνω μου..” από τις εκδόσεις ΠΥΛΕΣ. Ταυτόχρονα έγραφε τακτικά κείμενα και άρθρα σε εφημερίδες όπως η ”Ελευθεροτυπία ” και αργότερα η ”Εφημερίδα των Συντακτών”. Και τα τέσσερα βιβλία του απέσπασαν ευνοϊκότατες κριτικές από γνωστούς κριτικούς και με αυτή την αφορμή έδωσε σειρά συνεντεύξεων σε πολλά έντυπα.

Το δεύτερο μεγάλο πάθος του υπήρξε η καλλιτεχνική φωτογραφία, καθώς την θεωρούσε ως τέχνη στενά συνδεδεμένη με την έμπνευση και τη γραφή του. Σπούδασε κοντά στον Πλάτωνα Ριβέλλη, στον ”Φωτοχώρο” και μελέτησε σε βάθος τους μεγάλους φωτογράφους του 20ου αιώνα και αρκετούς μεταγενέστερους. Η φωτογραφική του προτίμηση στράφηκε στη ”φωτογραφία του δρόμου” και στους τσιγγάνους που περιόδευαν την χώρα. Ολοκλήρωσε κι άλλα μυθιστορήματα που όμως δεν πρόλαβε να τα εκδώσει και επίσης υπάρχουν αδημοσίευτα πολλά κείμενα του, με απόψεις, προβληματισμούς, κριτικές για ποικίλα θέματα σχετικά με την ζωή και την τέχνη αλλά και τη φιλοσοφία γενικότερα.

 “Είναι η λειτουργία του καθρέφτη που τρέφει τον ναρκισσισμό μας”

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από την κ. Άντα Τζιλιβάκη, σύντροφο του Σταύρου Λαγκαδιανού και επιμελήτρια του βιβλίου του “ Οι Δικές μου Λέξεις” που μόλις κυκλοφόρησε.

Διψώντας για θεωρίες χάσαμε την επικοινωνία και τη γλώσσα. Σήμερα που περισσότερο από ποτέ η δεσποτεία του καθρέφτη υποβάλει και επιβάλλει διπλή την Πλάνη παίζοντας μας “σε όλα τα επίπεδα”, πιστεύετε πως υπάρχει δρόμος μετρούμενος στα μέτρα του ανθρώπου;

Πριν απαντήσω στην ερώτηση σας, θα ήθελα να σχολιάσω τις θέσεις που διατυπώνετε ως εισαγωγή. Ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα επικράτησε η θεωρία ότι τα πάντα εξηγούνται με την λογική, τα πάντα υποκύπτουν στη λογική, άρα μπορούν να προσεγγιστούν με τις μεθόδους τις επιστήμης.

Ο κακοποιημένος ορθολογισμός εξόρισε τα ανθρώπινα στοιχεία κ’ έχτισε τον κόσμο που ξέρουμε. Θεωρίες επί θεωριών διατυπώθηκαν για να εξηγήσουν τα πάντα επιβάλλοντας τους όρους και τις έννοιες που τις εξυπηρετούν, η γλώσσα τεμαχίστηκε , δεν μπορεί πλέον να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα, απόρροια του οποίου είναι το προσωπείο, η ψευδαίσθηση για το τι είμαστε, επιδιώκοντας να είμαστε αυτό που θέλουν οι άλλοι.

Είναι η λειτουργία του καθρέφτη που τρέφει τον ναρκισσισμό μας και μας εφησυχάζει. Πίσω από τον καθρέφτη δεν κοιτάμε το σκότος. Κι όμως , παρά τα πολύ δύσκολα χρόνια που έρχονται σε παγκόσμιο επίπεδο, πιστεύω (δεν ελπίζω απλά γιατι η ελπίδα είναι η άλλη όψη της παραίτησης), ότι υπάρχουν τρόποι και δρόμοι που μπορούν να ενδυναμώσουν και να ενώσουν τους ανθρώπους σε μια ηθική και πολιτιστική αντίσταση.

Από την μία η ουσία της επιστήμης και όχι απλά η χρήση της, από την άλλη η φιλοσοφία και η τέχνη είναι τα σπουδαία και ακατάλυτα εφόδια μας. Είναι οι νέοι μας σε όλο τον κόσμο που συνειδητοποιούν βίαια την άβυσσο που ακολουθεί και σιγά σιγά συσπειρώνονται. Ο Νοάμ Τσόμσκυ είχε πει «αυτό που πιο πολύ φοβούνται οι ισχυροί του κόσμου είναι να μιλάμε μεταξύ μας ».

Σ’ ένα κόσμο φτιαγμένο από Εικόνες που μας περιφρονούν, έχει απομείνει χώρος για το συναίσθημα ή ένα στόμα κανίβαλου θα είναι πια η σταθερή απάντηση του χρόνου;

Ο Ένγκαρ Μοράν, μεγάλος στοχαστής και ιδιαίτερα στον τομέα της επικοινωνίας είχε μιλήσει για τον «πολιτισμό της εικόνας», αναφερόμενος στην παντοδυναμία των ΜΜΕ. Εξηγούσε με ποιες τεχνικές η “εικόνα” γίνεται υποκειμενικό μέσο πληροφόρησης, πως η γοητεία της κάνει τον άνθρωπο να ταυτίζεται με τα μηνύματα της και πάνω απ’ όλα πως τον αποστασιοποιεί από τα γεγονότα.

Ο μέσος άνθρωπος δεν συμμετέχει συναισθηματικά ή με την σκέψη του, μεταστοιχειώνεται σε απλό θεατή, μετάλλαξη που δολοφονεί το συναίσθημα και κυριαρχεί το πάθος της απόκτησης. Δεν φοβάμαι, όμως, ότι ο σημερινός άνθρωπος θα χάσει τελείως την ανθρωπιά του. Δεν ειναι δυνατόν να ζησει χωρίς συναίσθημα, αρκεί να εμποδιστεί ο φανατισμός , γιατί μόνο τότε γίνεται τέρας «της Αποκαλύψεως».

Και στην εξάλειψη του φανατισμού είναι που πρέπει να εστιάσουμε για όποιο θέμα. Δύσκολο σε τέτοιες «άγριες» εποχές αλλά όχι ακατόρθωτο. Είναι τόσες και σε τέτοια έκταση οι επαπειλούμενες καταστροφές που σχεδόν αυθόρμητα ο άνθρωπος θα θελήσει να ενωθεί με τους άλλους για να επιβιώσει. Φαίνονται αφοριστικά όλα αυτά, ίσως και να είναι, αλλά πιστεύω στο ένστικτο του είδους μας να συσπειρώνεται στα δύσκολα , είναι το ένστικτο που ζητά αγάπη, παραδοχή, ασφάλεια.

Σήμερα που η Τέχνη είναι και όχημα για τον οποιοδήποτε έχει τα μέσα αλλά όχι απαραίτητα και το ταλέντο, εσείς ποιον ορισμό θα δίνατε στη Τέχνη; Ποια αγωνία, ποια αγρύπνια, ποιο “φως και φίδι” την διασφαλίζει;

Μου ζητάτε να ορίσω τι είναι Τέχνη. Μα η Τέχνη δεν “ορίζεται”, δεν περιχαρακώνεται, δεν ερμηνεύεται με την λογική ακριβώς γιατί ωθεί την λογική στα όρια της. Το μόνο που μας επιτρέπει είναι να αναγνωρίσουμε μέσα από τα δημιουργήματα της, τις όποιες λειτουργίες της, τη σχέση της με τον άνθρωπο και την πρωτεϊκή αισθητική του ανάγκη, την υπέρβαση. Πρόκειται για ζητήματα θεμελιώδη με διαφορετικές τις απόψεις, τις θεωρίες, τις αναλύσεις και την επικοινωνία της με το έσω του ανθρώπου. Θα θυμίσω σε αυτό το σημείο μια τέχνη που από την φύση της είναι κλειστή στην ευκολία. Πολλοί μεγάλοι ποιητές είχαν την ανάγκη να γράψουν και ποιήματα για την ποίηση.

Και είναι θαυμαστό πόσο διαφέρουν οι προσεγγίσεις τους. Για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης σας θα ξεκινήσω μ’ ένα στίχο της πολυαγαπημένης μας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «το ποιήμα πρέπει να έχει πληγή να ακουμπήσει», που διαστέλλοντας τον, αφορά σχεδόν όλες τις τέχνες. Το φως και φίδι που αναφέρατε εν μέρει εμπεριέχονται στον παραπάνω στίχο. Όψεις του ίδιου νομίσματος είναι και το ένα και το άλλο. Αλλά έχει άριστους φύλακες, το φως, την αποκάλυψη, την διέγερση, τον ποιητή τον ίδιο, έχει την πληγή που κατατρώει τα σπλάχνα και ξεχωρίζει αλάθητα το κίβδηλο από το αληθινό .

Πίσω από τις οθόνες τίποτα δεν συμβαίνει ή το αντίστροφο. Η ζωή , κράμα ματαιοτήτων και συγκυριών , συνεχώς απαξιώνεται. Στη σιωπηλή πληγή της αθανασίας μονο η γραφή και ο Άνεμος. Ο Λαγκαδιανός μας δώρισε μια γραφή φλόγα, ανοιχτή σε όλους τους Ανέμους. Γι’ αυτό και καθηλώνει. Μιληστε μου για τον άνθρωπο Λαγκαδιανο στην καθημερινότητα του.

Ακριβώς αυτό που βρίσκεται πίσω από τις οθόνες μόνο με την γραφή και τον άνεμο καταδιώκεται και εξαφανίζεται. Μου ζητάτε να μιλήσω για τον Σταύρο Λαγκαδιανό. Μόνο που όποιος καλείται να μιλήσει για αγαπημένο του άνθρωπο που έφυγε, αναπόφευκτο είναι πως δεν θα δώσει βάση σε ελαττώματα, αλλά θα σταθεί στις όμορφες πτυχές του. Από αυτό το αναπόφευκτο δεν μπορώ να ξεφύγω, θα προσπαθήσω όμως να μην ωραιοποιήσω την προσωπικότητα του. Ένας απλός άνθρωπος ήταν τίποτα δεν πρόδιδε ούτε καν ο λόγος του ότι ήταν λογοτέχνης σημαντικός.

Γι΄αυτό και οι συναναστροφές και οι φιλίες του ήταν με απλούς ανθρώπους που δεν είχαν καμιά σχέση με την τέχνη, μολονότι αρκετοί ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένοι. Δεν θέλησε ποτέ να ενταχθεί σε λογοτεχνικές παρέες λέγοντας «δεν κάνω εγώ γι’ αυτούς». Απλός ήταν και στις καθημερινές του συνήθειες, δεν επιζητούσε να εντυπωσιάσει αλλά να συνομιλήσει. Λάτρης του Πειραιά, όπου και γεννήθηκε, δεν θα τον εγκατέλειπε όποια κι αν ήταν η ανταμοιβή, “το χωριό μου” έλεγε πάντα και φυσικά φανατικός Ολυμπιακός. Περπατούσε ξανά και ξανά στους δρόμους του Πειραιά πάντα με τη φωτογραφική του μηχανή.

Έγραφε καθημερινά από μικρά σημειώματα εως μεγάλα σε έκταση κείμενα-μυθιστορήματα και πάντα με συνοδεία μουσικής. Συχνά φαινόταν αφηρημένος αλλά απλά σκεπτόταν. Τι; Δεν μας έλεγε πάντα. Διακρινόταν από έναν παρορμητισμό και μια αφέλεια που έμοιαζε να είναι παιδική και ναι ήταν ένα μεγάλο παιδί. Η έκπληξη ήταν πάντα ζωγραφισμένη στα μάτια του, θαρρούσες ότι ορισμένα πράγματα τα έβλεπε ή τα άκουγε για πρώτη φορά.

Ήταν, βέβαια και μια προσωπικότητα με αντιφάσεις αρκετές οι οποίες τον βασάνιζαν και τον ωθούσαν σε μια περίεργη μοναχικότητα, παρόλο που ήταν άνθρωπος επικοινωνιακός. Τέλος, θέλω να τονίσω πόσο απεχθανόταν τον κομφορμισμό, τον καθωσπρεπισμό, και την πολιτική ορθότητα με την τρέχουσα έννοια , και το πλήρωσε ακριβά χωρίς ποτέ να το μετανιώσει.

Με εντυπωσίασε μια φράση του Σταύρου σ’ ένα δημοσιευμένο άρθρο του η οποία λέει “η γραφή σφυρηλατείται και γυμνάζεται στον δικό της κρανίου Τόπο” και αλλού “Η γραφή ξεκινά από το λίκνο της Ανθρωπότητας και καταλήγει θεία κοινωνία”. Πόση ομορφιά και αλήθεια σ´ αυτή την παραδοχή! Ποιος ήταν ο δικός του Κρανίου τόπος;

Η τέχνη και ειδικότερα η λογοτεχνία είναι σκληρές και αδυσώπητες σε όσους τις διακονούν. Δείχνουν τον δρόμο προς έναν Γολγοθά, τον λεγόμενο και κρανίου τόπο. Εκεί θα αναμετρηθούν οι δημιουργοί με τον εαυτό τους, εκεί θα παλέψουν ζωή και θάνατος, εκεί ανάμεσα στα κουφάρια προστάζονται να δημιουργήσουν με την αλήθεια τους και όχι με υλικό έξω από τον εαυτό τους , εκεί με τη ψυχή τους και το αίμα τους .

Ο Σταύρος αποφασίζοντας, γιατί έτσι του έλεγε το ένστικτό του, οραματίστηκε τον δικό του κρανίου τόπο με υλικά τις μνήμες, τα προσωπικά βιώματα, τις αμφιβολίες του, τα πάθη του αλλά και το πείσμα του να « ανασταίνει» κάθε φορά τους νεκρούς του . Εκεί δοκιμαστηκε σαν συγγραφέας όχι για τους άλλους αλλά για τον ίδιο και με τους δικούς του όρους.

Ποιο βιβλίο αγαπούσε περισσότερο και ποιον συγγραφέα θεωρούσε πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση του;

Όπως έχει πει και ο ίδιος, σε συνέντευξη του στον Δημήτρη Γκιώνη στην Ελευθεροτυπία, διάβαζε πολύ, αλλά δεν αισθάνθηκε ότι κάποιος συγκεκριμένος Έλληνας ή ξένος συγγραφέας τον επηρέασε καθοριστικά. Ένιωθε πως όλοι όσους διάβασε άφησαν κάποιο αποτύπωμα στην ψυχή και την σκέψη του. Γι’ αυτό δεν ονόμαζε ποτέ κάποιον συγγραφέα “αγαπημένο”. Προυπήρξαν τόσοι μεγάλοι συγγραφείς, τους οποίους θεωρούσε όλους ισοϋψεις και τους θαύμαζε απεριόριστα. Ανθρώπινο είναι να είναι πιο κοντά του κάποιοι, αλλά δεν θεωρώ δέον το να αναφέρω κάποια ονόματα γιατί μπορεί και να μην είναι αντιπροσωπευτικά.

Έχω κρατήσει ένα κείμενο του καταπέλτη, δημοσιευμένο στην Ελευθεροτυπία, με τίτλο “Ζητείται Ελπίς για το ελληνικό βιβλίο” όπου ανέφερε μεταξύ άλλων την προτίμηση των εκδοτικών οίκων στα λογοτεχνικά μορφώματα, ελληνικά και ξένα, δηλαδή σε βιβλία ρηχότητας και ομοιομορφίας που κάνουν την κυρά- Κατίνα βασίλισσα, ρίχνοντας έτσι νερό στο μύλο της παγκοσμιοποίησης με στόχο το ετήσιο Best Seller. Φαίνεται, ότι δεν ήταν άνθρωπος που μασούσε τα λόγια του, σωστά;

Ωρίμασε ως λογοτέχνης στις δεκαετίες 1990 και 2000. Είναι τότε που κοντά στην υπερκατανάλωση αγαθών ρίχτηκαν στην αγορά χιλιάδες βιβλία καθώς με ταχείς ρυθμούς γιγαντώθηκαν οι εκδοτικοί οίκοι. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι καθορίζουν και τις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού και το ποιοι λογοτέχνες θα γίνουν ευρέως γνωστοί και όλα τα άλλα νοσηρά φαινόμενα που θέλουμε πολύ χρόνο για να τα παρουσιάσουμε.

Ο Σταύρος δεν τον άντεχε αυτόν τον εξευτελισμό που επέβαλαν οι εκδοτικοί οίκοι στην ελληνική λογοτεχνία, χωρίς να σκέπτονται το ανεπούλωτο τραύμα στο σώμα της, αναλώσιμο είδος το βιβλίο αν μπορεί κάποιος να το διανοηθεί, απορούσε. Καταγγέλλοντας αυτή την στρεβλή πορεία όχι μόνο έγραψε πολλά άρθρα, αλλά αντιπαρατάχτηκε και δια ζώσης με τους αλαζόνες επιτυχημένους ακόμα και εκδότες. Το πλήρωσε; Ναι. Με τι; δεν είναι ώρα να ειπωθούν αυτά, απλά ονόμαζε τον εαυτό του «μαύρο πρόβατο».

Ο μεγάλος του έρωτας μετά τις λέξεις ήταν η ασπρόμαυρη φωτογραφία και μας άφησε μεταξύ άλλων σημαντική παρακαταθήκη την καταγραφή σκηνών από τη Ζωή των Τσιγγάνων. Η φωτογραφία έλεγε είναι κίνηση αγάπης. Δεν ακινητοποιεί τον χρόνο. Απλά τον χαϊδεύει. Ποιο ήταν το κριτήριο του για τα θέματα που επέλεγε;

Την τέχνη της φωτογραφίας τη θεωρούσε ομόκεντρο κύκλο με τη συγγραφική του δραστηριότητα, ένα πεδίο που τον έφερνε πιο κοντά στην φύση και τον άνθρωπο. Έχοντας μελετήσει πολύ τους μεγάλους φωτογράφους του 20ου αιώνα και κάποιους του 21ου αιώνα τον κέρδισε για πάντα η λεγόμενη “φωτογραφία του δρόμου’’ και τα πορτραίτα τυχαίων ανθρώπων.

Εστίασε ιδιαίτερα στους τσιγγάνους, στις συνήθειες τους, στον τρόπο συμπεριφοράς τους, στη γραφή του προσώπου τους. Διέκρινε σε αυτούς το πρωτόγονο στοιχείο, “το άγιο πρωτόγονο’’ όπως έλεγε, τον πόθο τους για ελευθερία όπως αυτοί την εννοούσαν, τα χαμογελαστά πρόσωπα των παιδιών , την χαρά τους την ανεμελιά τους . Αναζητούσε όμως και υλικές κατασκευές όπως τα σπίτια ως αποτυπώματα ανθρώπων και τα ξερά δέντρα τα οποία στους ευφάνταστους μοιάζουν με βασανισμένες ανθρώπινες μορφές.

Σε όλα του τα κείμενα αλλά και τα μυθιστορήματα εμπλέκεται το ονειρικό φανταστικό σουρεαλιστικό στοιχείο και ταυτόχρονα είναι έντονο το χαρακτηριστικό του φιλοσοφικού στοχασμού για τον υποψιασμένο αναγνώστη. Από που ζυμώθηκε η φιλοσοφική του οπτική;

Να επισημάνω, αρχικά, ότι όλα αυτά τα “εξωλογικά στοιχεία” που αναφέρατε δεν ήταν μια σκόπιμη επιλογή για χάρη  εντυπωσιασμού. Ήταν ενσωμάτωση στην ιδιάζουσα γραφή του και σε ό,τι είχε “ζυμωθεί” μέσα του. Κάπου εδώ μπορούμε να πούμε ότι μαζί με αυτά τα στοιχεία ενσωματώνονταν υποδόρια και πολλά φιλοσοφικά στοιχεία, περιρρέοντα στο κείμενο ή στηρίζοντας το κείμενο. Ένας αναγνώστης υποψιασμένος σίγουρα μπορεί να τα εντοπίσει.

Διάβαζε συστηματικά φιλοσοφία γιατί εκεί εντόπιζε δυσδιάκριτες ταυτίσεις. Εκείνοι που όχι απλά τον γοήτευσαν, αλλά κλόνισαν και τις βεβαιότητες του ήταν ο Μπερξόν, ο Νίτσε, ο Καμύ. Δεν υποτιμούσε τους άλλους αλλά πίστευε ότι δεν ακουμπούσαν τον εσωτερικό του κόσμο. Τελευταίο αναφέρω έναν μη φιλόσοφο που όμως φιλοσοφούσε, τον Καρλ Γιουγκ  που του έδωσε μια νέα οπτική για τον παγκόσμιο άνθρωπο και για άλλους τυραννικούς προβληματισμούς του.

Το βιβλίο του “Οι δικές μου λέξεις” κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη με δικη σας επιμέλεια και που δυστυχώς εκδόθηκε μετά τον θάνατο του. Όσοι αγαπάνε τον Λαγκαδιανό σας ωφείλουνε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τις ακάματες προσπάθειες σας. Πείτε μου δυο λόγια για αυτό.

Είναι ένα βιβλίο ριζικά διαφορετικό από τα μυθιστορήματα και τα άλλα του πεζά. Σ’ένα μείγμα ποιητικού και πεζολογικού λόγου αναγορεύει τις «Λέξεις» ως πρωταγωνίστριες του κειμένου του, που συχνά παίρνει και τη μορφή του συνειρμικού λόγου για να αποδοθεί η λειτουργία τους στον ανθρώπινο και φυσικό κόσμο.

Προσπαθεί να αναδείξει, κυρίως μέσα από τις εικόνες, ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η δύναμη των λέξεων έγκειται στο γεγονός ότι κάθε μια κλείνει μέσα της την ανθρώπινη περιπέτεια. Ανακαλύπτει και αποκαλύπτει αυτήν την υπερβατική και υπερ-χρονική ζωή τους και φωνάζει έμμεσα ότι χωρίς αυτές που συνδέονται με τον έσω και τον έξω κόσμο άρρηκτα, ο ίδιος ο καλλιτέχνης καταστρέφεται και μαζί του καταστρέφονται και οι λέξεις που εκπίπτουν σε άλογα φωνήματα. Πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί με υποψιασμένο τον αναγνώστη για να νιώσει και να ανασύρει αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις.

Οι δικές του λέξεις δεν είναι κατάλοιπα κάποιας εποχής, ούτε οι διδασκόμενες σε κλειστούς χώρους. Οι δικές του λέξεις είναι ελεύθερες και γι’ αυτό πονούν, πληγώνουν, συνοδοιπορούν με τον άνθρωπο και τη φύση . Μας καλεί, λοιπόν, να τις ανακαλύψουμε.

ΥΓ. Το βιβλίο του Σταύρου Λαγκαδιανού κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και η πρώτη του παρουσίαση έγινε την Τετάρτη 5/2 στον εκδοτικό οίκο μέσα σε μια πολύ ζεστή ατμόσφαιρα, συγκινησιακά φορτισμένη με ομιλητές τον ποιητή Κωνσταντίνο Λουκόπουλο, τον δημοσιογράφο της Εφημερίδας των Συντακτών Γιώργο Σταματόπουλο και αφηγήτριες τη Νίκη Δαλιανά και την Κάλλι Παπαχρήστου.

 *Η Γεωργία Δαλιάνα είναι Ποιήτρια – Εικαστικός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αν ζούσε ο Ευγένιος Ο Νηλ η Τσάπλιν θα γινόταν βιβλίο!

Από την Κατερίνα Παπαγεωργίου… Αν ζούσε σήμερα ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ο’ Νηλ,  θα είχε την τύχη  να εμπνευστεί και να γράψει  υπέροχα βιβλία παρακολουθώντας απλά τη ζωή  της εγγονής του Βικτόριας Τσάπλιν  όπως και του  πατέρα της του φοβερού ηθοποιού Τσάρλι Τσάπλιν, που ως Σαρλό έγραψε τη δική[…]

Περισσότερα »

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *